Αυτό το παραμύθι δεν γράφτηκε πρώτα στο χαρτί.
Γεννήθηκε σιγά-σιγά, μέσα σε παιδικά βλέμματα, σε βραδινές ώρες όπου οι λέξεις γίνονταν εικόνες και οι ιστορίες έπαιρναν φτερά.
Κάθε φορά που το διηγούμουν στα παιδιά, άλλαζε λίγο. Άλλοτε μεγάλωνε το δέντρο, άλλοτε γέμιζε ο ουρανός αστέρια, κι άλλοτε η Αχνούλα γελούσε πιο δυνατά. Τα παιδιά, με τις ερωτήσεις και τα όνειρά τους, έγιναν οι πρώτοι συν-συγγραφείς αυτού του παραμυθιού.
Η Αχνούλα, το δέντρο, οι άνεμοι και το φεγγάρι είναι πλάσματα της φαντασίας, μα κουβαλούν αλήθειες: πως η αγάπη θέλει χρόνο, πως η αδιαφορία πληγώνει και πως ό,τι φροντίζουμε ανθίζει.
Αν, διαβάζοντας ή βλέποντας αυτή την ιστορία, κάποιο παιδί θελήσει να αγκαλιάσει ένα δέντρο, έναν φίλο ή ένα όνειρο, τότε αυτό το παραμύθι έκανε τον δρόμο του.
Κι αν αλλάξει ξανά, δεν πειράζει.
Τα παραμύθια που γεννιούνται από τα παιδιά δεν τελειώνουν ποτέ.


