Χιλιετηρίδα στο Βελιγράδι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-312-1
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Σερβική
Ενιαία τιμή έως 23/8/2027
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 274 σελ.
Περιγραφή

Στο μετέωρο Βελιγράδι των δύο τελευταίων κρίσιμων δεκαετιών του 20ού αιώνα, και με φόντο τις ιστορίες των γονιών και των παππούδων τους, πέντε έφηβοι μεγαλώνουν και διαμορφώνουν τις κοινωνικές και πολιτικές τους αντιλήψεις σαν σε βίους παράλληλους. Από τον θάνατο του προέδρου Τίτο το 1980 έως τους βομβαρδισμούς του 1999 –περνώντας από τον πόλεμο στην Κροατία, τα τραγικά γεγονότα στο Σαράγεβο και τον υπερπληθωρισμό του 1993–, ο Μίλαν αφηγείται τις φιλίες, τους έρωτες, τις συγκρούσεις και τις απώλειες του Μπάνε, της Ιρίνα, του Μπόρις, της Ζόρα και του ίδιου.

Καθώς οι ήρωες χάνουν σταδιακά κάθε προσωπικό και κοινωνικό έρεισμα, το ίδιο το Βελιγράδι αναδεικνύεται σε κεντρικό πρωταγωνιστή: μια πόλη με βαθιές ιστορικές διαστρωματώσεις, όπου διαφορετικές μοίρες συναντιούνται σε ένα παράλογο, τραγικό και συχνά ειρωνικό δράμα. Η Χιλιετηρίδα στο Βελιγράδι είναι ένα ψηφιδωτό για την απαξίωση των ανθρώπων και της ίδιας της ζωής σε καιρούς συλλογικής κατάρρευσης.

Ενας μύθος για τη δημιουργία του Βελιγραδίου αφηγείται την ιστορία ενός άνδρα ο οποίος προσέβαλε τους Κενταύρους που ζούσαν στις πλαγιές του Άβαλα από τις αρχές της δημιουργίας του κόσμου. Το έδαφος σείστηκε κάτω από τις αγριεμένες τους οπλές. Οι κραυγές τους έσχιζαν τον ουρανό. Ο άνδρας μετά βίας κατάφερε να δραπετεύσει πέφτοντας στο ποτάμι. Άκουσε το σφύριγμα των βελών που έπεφταν στην επιφάνεια του νερού. Οι Κένταυροι σταμάτησαν στην όχθη, χλιμίντρισαν και χτύπησαν με τα πέλματά τους τη λάσπη. Ο φυγάς αναδύθηκε στη μέση του Σάβου και πήρε μια ανάσα. Κατάπιε πολύ νερό πριν φτάσει στην απέναντι όχθη. Εξαντλημένος, κατέρρευσε κάτω από τον βράχο του Καλεμέγκνταν, εκεί όπου ο Σάβος συναντά τον Δούναβη, και έκλεισε τα μάτια του.

Ονειρεύτηκε μια πόλη.

Ονειρεύτηκε ναούς και παλάτια. Ονειρεύτηκε θέατρα που περικύκλωναν πλατείες όπου ποιητές απήγγελλαν στίχους. Ονειρεύτηκε ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες, καλοντυμένους, γεμάτους ζωντάνια, να περπατούν σε πάρκα. Ονειρεύτηκε εραστές που μεθούσαν ο ένας τον άλλον με την ανάσα τους. Ονειρεύτηκε γλυπτά που στόλιζαν τις πλατείες και τις προσόψεις των κτιρίων. Ονειρεύτηκε χίλια εστιατόρια πουσέρβιραν φαγητά χιλίων λαών. Ονειρεύτηκε οινοπωλεία τόσο επιμελώς οργανωμένα, σαν βιβλιοθήκες. Ονειρεύτηκε μια πόλη με δύο ποτάμια που ξέπλεναν τις ανησυχίες της και την άφηναν ξέγνοιαστη.

Ονειρεύτηκε βιβλιοπωλεία και τεϊοποτεία, μέρη όπου ένας άνθρωπος θα μπορούσε να γεράσει με την ησυχία του. Ονειρεύτηκε μια πόλη όπου ήταν απολαυστικό να βιώνει κανείς την αλλαγή των εποχών. Ονειρεύτηκε έναν τόπο που τον σαγήνευσε με τις λεπτομέρειές του και τον έκανε να ερωτευτεί το σύνολο. Ονειρεύτηκε Την Πόλη. Μια πόλη αιώνιου μεσημεριού, χωρίς λυκόφως και σκιές. Άγγελοι περιφέρονταν ολούθε στους δρόμους, ενώ από τα παράθυρα γυναίκες τούς έλουζαν με κομφετί από μαξιλαροθήκες. Λευκά χέρια χαιρετούσαν τον ονειροπόλο από τα μπαλκόνια.

Όταν ο άνδρας άνοιξε τα μάτια, ένας άγγελος στεκόταν από πάνω του. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ του μάτια σαν του αγγέλου, ο οποίος έδειξε με το δάχτυλό του την πλαγιά πάνω από τα νερά και είπε:

«Κοίτα!»

Το βλέμμα του άνδρα ακολούθησε το δάχτυλο του αγγέλου και… όλα ήταν εκεί! Μια πόλη βρισκόταν πάνω στην πλαγιά. Τα τείχη, λευκότερα κι από σουπιοκόκαλο, άστραφταν στον ήλιο. Ένα σωρό αρχιτεκτονικά έργα υψώνονταν το ένα πάνω απ’ το άλλο σε μια γοητευτική αταξία.

Αυτό συνέβη πολύ πριν γεννηθώ στο Βελιγράδι, πριν γνωρίσω την Ιρίνα και την ερωτευτώ εκεί. Μα να που γράφω γι’ αυτό σαν αυτόπτης μάρτυρας. Αυτό είναι εφικτό γιατί όλα συνέβησαν στον Ονειροχρόνο, ο οποίος προηγείται, ακολουθεί και περιπλέκεται με τον κανονικό χρόνο. Όλα συνέβησαν την Ιερή Άνοιξη, στην αιωνιότητα, στον χρόνο του πάντα-και-παντού. Γι’ αυτό μπορώ να καταθέσω πόσο ευτυχής ήταν ο ονειροπόλος που αντίκρισε τα τείχη, τα οποία επιτέλους θα τον προστάτευαν από την κραυγάζουσα ερημιά.

Με τρόμο στα μάτια, ο ονειροπόλος απορρόφησε αυτό το όνειρό του που έγινε πραγματικότητα. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να ανοίξει τις πύλες και να βολευτεί. Ξαφνικά, ένιωσε πολύ μικρός για να αποδεχτεί την ευθύνη του ονείρου του. Ήθελε να ουρλιάξει. Ήθελε να κραυγάσει. Ήθελε να κρύψει το κεφάλι κάτω απ’ το φτερό του. Τώρα που το όνειρό του είχε πραγματοποιηθεί, ένιωθε ότι μπορούσε να σκάσει σαν σαπουνόφουσκα. Το χείλος του ανασηκώθηκε, με κείνον να περιγελά τον εαυτό του και το τι λαχταρούσε περισσότερο. Με τα απαλά του πόδια, έκανε το πρώτο βήμα προς τα πίσω. Μετά το δεύτερο κι έπειτα το τρίτο. Τη στιγμή που γύρισε οριστικά την πλάτη του στην πόλη, η κραυγή του αγγέλου αντήχησε από τα ασβέστινα τείχη. Χωρίς να κοιτάξει πίσω, ο ονειροπόλος εγκατέλειψε το ανολοκλήρωτο όνειρο και επέστρεψε στην κραυγάζουσα ερημιά.

Οι θεοί που εκπλήρωσαν την επιθυμία του άνδρα έριξαν μια φριχτή κατάρα στην πόλη:

«Είθε αυτός ο τόπος να είναι μια πληγή. Μόλις σχηματιστεί καύκαλο, βρόμικα νύχια να το γδάρουν. Οι γενιές των υιών να μην ολοκληρώνουν ποτέ αυτά που ξεκίνησαν οι γενιές των πατεράδων. Είθε οι άνθρωποι αυτής της πόλης πάντα να περιγελούν αυτό που λαχταρούν περισσότερο».

Και αυτή ήταν η τιμωρία των θεών για τον άνδρα που γύρισε την πλάτη στο όνειρό του.


Add: 2026-03-05 09:58:38 - Upd: 2026-03-05 09:58:38