Αθήνα 2.0
Εξώφυλλο/εικαστικό: Προύσαλης, Στράτος
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-310-7
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 28/8/2027
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 56 σελ.
Περιγραφή

Ο Daw, ένας νεαρός που του αρέσει να γράφει ρίμες, έχει έναν στόχο: να βρει λεφτά και να μείνει κάπου μόνος του, μακριά από το τοξικό οικογενειακό του περιβάλλον. Ξεκινά δουλειά ως ντελιβεράς, αλλά τα πράγματα θα πάρουν μια παράξενη και επικίνδυνη τροπή, όταν θα αποφασίσει να ασχοληθεί με παράνομες δραστηριότητες.

Ένα βιβλίο σύγχρονο, βγαλμένο απευθείας από την εποχή μας, που μιλά για τη νέα γενιά, για τα προβλήματά της, για τα αδιέξοδά της μέσα σε μια αφιλόξενη μεγαλούπολη. Για τις λάθος αποφάσεις, για τις προβληματικές οικογένειες, για τη μοναξιά, για τα όνειρα των νέων που συντρίβονται. Ο Ντίνος Γιώτης με φρέσκο λόγο, άμεσο ύφος και γλώσσα που πατά σε στίχους σύγχρονων τραγουδιών ρίχνει φως στον ψυχισμό μιας αποκλεισμένης νεολαίας, καταθέτοντας ένα έμμεσο κατηγορώ στη σημερινή κοινωνία των ολίγων.

Αν είχα πάρει το εννιάρι από τον Κόζι, δεν θα είχα κανένα πρόβλημα με τον Boss, ούτε θα μάζευα τα κομμάτια μου εκείνη την κρύα νύχτα του Απρίλη, που μου έδωσαν ραντεβού στο νταμάρι. Θα του την άναβα από κοντά, τόσο κοντά που η κάννη σχεδόν θα ακουμπούσε στη σάπια κοιλιά του και μετά θα έψαχνε να βρει από πού του ήρθε.

Ο Κόζι, ο κολλητός μου, έσπρωχνε μαύρο και καμιά φορά, όταν χρειαζόταν περισσότερα λεφτά για να τα ξοδέψει –ένας Θεός ξέρει πού, αφού πάλι σε δύο μέρες ήταν ταπί–, έσπρωχνε και κάνα όπλο, σαν κι αυτό που προσπάθησε να μου πασάρει, όταν του είχα πει το πρόβλημά μου.

«Πάρ’ το κι ας μην το χρειαστείς» μου είπε χαϊδεύοντας με το δάκτυλό του τη γυαλιστερή κάννη του πιστολιού που είχε ακουμπήσει πάνω στο γυάλινο τραπέζι του σπιτιού του. «Δανεικό. Μόνο για μόστρα» συμπλήρωσε.

Αλλά ακόμα κι αν είχα λεφτά, δεν θα αγόραζα ένα γαμημένο όπλο, θα προτιμούσα να έπαιρνα το Husqvarna που μου είχε γυαλίσει, όταν είδα να το καβαλάει ο GRiver, σταματημένος σε ένα φανάρι στην Καβάλας.

Είχα μεγαλώσει με τη ραπ μουσική και τις ρίμες του, είχα πάει κρυφά από τους δικούς μου σε ένα λάιβ του, όταν ήμουν δεκατριών, και από τότε είχα καρφώσει με πινέζες μια αφίσα πάνω από το κρεβάτι μου που τον έδειχνε να με κοιτάει κατευθείαν στα μάτια. Έτσι, όταν τον είδα να σταματάει δίπλα μου στο φανάρι, ένιωσα να με κατακλύζουν αόριστα αισθήματα ευγνωμοσύνης για κάτι απροσδιόριστο που είχε κάνει αυτός για μένα, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι και πότε, αλλά φαντάζομαι είχε να κάνει με όλα εκείνα τα θλιμμένα βράδια που κουκουλωνόμουν κάτω από την κουβέρτα, με τα ακουστικά στα αυτιά μου να φράζουν κάθε υψωμένη φωνή και τσακωμό που έκανε γκελ στους τοίχους του παλιού μας διαμερίσματος. Ίσως, στην τελική, να είχε να κάνει με κάποια πατρική φιγούρα που αναζητούσα στη μοναχική ζωή μου.

Όμως δεν είχα αγοράσει το εννιάρι από τον Κόζι και έτσι εκείνο το βράδυ στεκόμουν, ανήμπορο έντομο, με τα φώτα ενός αόρατου αυτοκινήτου να με τυλίγουν σαν ιστός αράχνης, μπροστά στον Boss. Εκείνος με αργές κινήσεις έβγαλε ένα πακέτο και τράβηξε ένα τσιγάρο. Ψάχτηκε για φωτιά στις τσέπες του και μετά φώναξε: «Μπασκίμ». Ο συνοδός του, ένα δίμετρο θηρίο με ξυρισμένο το κρανίο του που στεκόταν κολλημένο κατευθείαν πάνω στους τεράστιους ώμους του, έβγαλε αμέσως έναν αναπτήρα και του άναψε το τσιγάρο. Ο Boss τράβηξε μια ρουφηξιά και μετά πήρε να μου λέει μια ιστορία για μια καλιακούδα και ένα κριάρι, σταματώντας κάθε τόσο για να τραβήξει μια καινούρια τζούρα. Όταν τελείωσε με την ιστορία του, πέταξε το αποτσίγαρο στο χώμα και το έσβησε με το σκαρπίνι του. Μετά με κάρφωσε στα μάτια και έφτυσε στη μούρη μου τις λέξεις μία μία: «Εσύ, μικρέ, τι πιστεύεις ότι είσαι;»

Από την ώρα που ξύπνησα έχω τις μαύρες μου. Η διάθεσή μου είναι σαν τον φθινοπωρινό ουρανό που κρέμεται έξω από το παράθυρό μου. Εκεί που πάει να πιάσει βροχή, την επόμενη στιγμή οι ψιχάλες σκορπίζουν στον αέρα. Όλα είναι μουντά· από τον λερό κόκκινο τρούλο που ξεπροβάλλει στο βάθος ανάμεσα σε άχαρα κτίρια που καταπλακώνουν την εκκλησία έως πέρα στη λεωφόρο που στέλνει το βουητό της στο θλιβερό δωμάτιό μου.

Δεν έχω καμιά όρεξη να σηκωθώ από το κρεβάτι, ούτε να πάρω το λεωφορείο να πάω στη σχολή μου. Χρωστάω ένα σωρό μαθήματα και με το τέλος του καλοκαιριού είχα πει να στρωθώ στο διάβασμα, μπας και κάνω κάτι με την εξεταστική. Δεν ξέρω τι θα κάνω με το πτυχίο, αν το πάρω κάποια στιγμή, αλλά δεν δίνω μία, έτσι κι αλλιώς δεν με ενδιαφέρει, ποτέ δεν με ενδιέφερε, βρέθηκα εκεί από τύχη και σιγά τους βαθμούς που χρειάστηκε να πιάσω (κάτω από τη βάση) για να μπω, αλλά η μάνα μου φούσκωνε από περηφάνια που πέρασα και ονειρευόταν για το γιο της καριέρα με λεφτά.

Την έβλεπα να βυθίζεται μέσα στα όνειρα που έκανε για μένα –τα μοναδικά όνειρα που ίσως της απέμειναν για να παίρνει ζωή– και όλο η καρδιά μου σφιγγόταν επειδή ήξερα πως ποτέ δεν θα έπαιρνα πτυχίο και δεν θα γινόμουν εκείνος που ήθελε, επειδή τίποτα δεν με ενδιέφερε από όλα αυτά τα σκατά παρά μόνο να χορεύω με έκσταση, σαν ινδιάνος, γύρω από το παρανάλωμα της κοινωνίας. Αυτό ήταν το δικό μου όνειρο· όχι, λάθος, δεν επρόκειτο για όνειρο, αλλά για ανυπόκριτη λύσσα που μου κατέτρωγε τα σωθικά από όταν συνειδητοποίησα την επίσημη και καθώς πρέπει υποκρισία θεσμών, αρχών και όλου του σιναφιού.

(Χα, κυρία δασκάλα, όλοι μαζί αγωνιστήκαμε για να απελευθερωθούμε; Τότε γιατί τρώνε μόνο οι λίγοι και οι πολλοί πεινάνε; Γιατί, κύριε καθηγητά;)

Έβλεπα τη μάνα μου ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του διαμερίσματος να ασχολείται όλη μέρα με το νοικοκυριό, παραιτημένη, θλιμμένη, απελπισμένη. Και μόνο όταν με κοιτούσε καμιά φορά με βλέμμα ικεσίας, τότε διέκρινα κάτω από τη μαραμένη ομορφιά της μια φλογίτσα να σιγοκαίει ακόμα. Γι’ αυτό και της είχα υποσχεθεί (στα ψέματα) ότι θα πάρω το πτυχίο μου. Αυτό την έβγαζε προσωρινά από τη μόνιμη σκοτεινιά της και της έδινε κουράγιο να αντιμετωπίσει κάθε είδους βία, λεκτική και σωματική, που απλώνονταν σαν αποπνικτική καπνιά στο σπίτι.

Δίνω το μεσημέρι μάθημα και το προλαβαίνω, αν σηκωθώ αυτήν τη στιγμή, ντυθώ, τσιμπήσω κάτι βιαστικά και φύγω. Όμως δεν θα κάνω τίποτα από όλα αυτά. Βγάζω και ανάβω ένα τσιγάρο. Τραβάω μια γερή ρουφηξιά και νιώθω να γλιστράω σαν το περιστέρι, γύρω από τον κόκκινο τρούλο της εκκλησίας, που αναζητά το ταίρι του. Όμως δεν είμαι παρά ένας ελεύθερος αιχμάλωτος, χωρίς μιλιά, με ένα σωρό σκουπίδια για εικόνες στο μυαλό μου. Η βροχή αρχίζει να πέφτει δυνατά, η μάνα μου δεν ξέρει ότι σήμερα θα έδινα μάθημα, ο πατέρας θα αργήσει, όπως συνήθως, να γυρίσει από τη δουλειά· κοιτάω το ταβάνι ανάμεσα στον καπνό. Ελπίζω και δεν ελπίζω, φοβάμαι και δεν φοβάμαι. Ποιος ξέρει, θα δείξει.

Έχει σκοτεινιάσει και είμαι ακόμη στο σπίτι. Σέρνομαι ανάμεσα στο δωμάτιό μου και στο ψυγείο, ψάχνοντας να βρω κάτι να βάλω στο στόμα. Κάθε φορά που το ανοίγω, ένα αίσθημα πείνας με κυριεύει που μεγαλώνει ακόμα περισσότερο από τη θέα των άδειων ραφιών. Το μάτι μου πέφτει πάνω στην καρτ ποστάλ που είχε κολλήσει με ένα μαγνητάκι η μάνα μου πάνω στην πόρτα από τόσο παλιά που δεν θυμάμαι, παίζει να μην πήγαινα σχολείο ακόμα. Για κάποιον παράξενο λόγο, εκείνη η πολυκαιρισμένη φωτογραφία που δείχνει μια παραλία με φοίνικες κάπου στην Κρήτη είχε παραμείνει για όλα τα χρόνια εκεί να της υπενθυμίζει ποιος ξέρει τι.

Στον καναπέ του σαλονιού κουλουριασμένη μισοκοιμάται η γιαγιά, η μάνα του πατέρα μου, που την έφερε από το χωριό, όταν εκείνη κατέπεσε και δεν μπορούσε πια να φροντίζει τον εαυτό της και ούτε υπήρχε κανένας άλλος εκεί για να το κάνει.


Add: 2026-03-05 09:48:15 - Upd: 2026-03-05 09:48:15