Για να αποκοιμηθεί, ξαναγράφει το τέλος των παραμυθιών. Μόνο που στα δικά του παραμύθια κανείς δεν ζει καλύτερα μετά την τελευταία γραμμή. Ένας κατ’ εξακολούθηση δολοφόνος που γράφει τις ιστορίες όχι με μελάνι, αλλά με αίμα. Τα μόνα που αφήνει πίσω του είναι μια σκισμένη σελίδα και ένα κόκκινο αντικείμενο. Ο αστυνόμος Πετρίδης και η ομάδα του κυνηγούν τον παραμυθά μέσα σε έναν λαβύρινθο συμβόλων και σκιών. Κάθε στοιχείο τούς φέρνει πιο κοντά… ή μήπως όχι; Ο χρόνος πριν από τον επόμενο φόνο τελειώνει. «Έγραψα το παραμύθι μου έτσι όπως μόνο εγώ ξέρω. Με το σωστό τέλος. Εκεί που ο καθένας παίρνει ό,τι του αξίζει…» Αν η παντοδυναμία είχε γεύση, εκείνος έφαγε με λαχτάρα μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Η σύλληψη της κεντρικής ιδέας της ιστορίας είναι εξαιρετική. Ένας καθ’ έξιν δολοφόνος μεταφέρει τον κόσμο των παραμυθιών (έναν φανταστικό-φαντασιακό κόσμο, αν μου επιτραπεί) στην πραγματικότητα.
Το μυθιστόρημα κινείται σε δύο άξονες. Από τη μία η γραμμική αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο, που δίνει και δείχνει την εξέλιξη της ιστορίας. Παράλληλα, η ιστορική αναδρομή με πρωτοπρόσωπο άγνωστο αφηγητή, δίνει την απαραίτητη αχλή του μυστηρίου. >>>
Αυτό που με κέρδισε κατά την ανάγνωση του βιβλίου, είναι ότι δεν επαναπαύεται στην ιδέα. Θα μπορούσε εύκολα να πει η Έλενα: «Κοίτα τι έξυπνο concept έχω». Κι όμως όχι, δεν το έκανε. Το μοτίβο του κόκκινου (η κάπα της Κοκκινοσκουφίτσας, το κόκκινο μήλο στη Χιονάτη κτλ) και των παραμυθιών δεν είναι διακοσμητικό στολίδι. Δένει οργανικά με την ψυχοσύνθεση του δράστη και με τον τρόπο που κλιμακώνεται η έρευνα. Ο αναγνώστης δεν διαβάζει μόνο για να μάθει το ποιος. Διαβάζει για να καταλάβει το γιατί κάνει ό,τι κάνει. Και αυτό, σε αστυνομικό, είναι πάντα το πιο απαιτητικό και το πιο ουσιαστικό.
>>>