Το κείμενό μας πραγματεύεται τη σύνθεση της έννοιας της υλικότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης στο πλαίσιο των ορεινών περιοχών, εντάσσοντας αυτές τις έννοιες στην εποχή του ανθρωπόκαινου. Η ανάλυσή μας αποκαλύπτει διάφορες φιλοσοφικές και οικολογικές αντιφάσεις και προκλήσεις, καθώς και το πως οι κοινωνικοοικονομικές διαδικασίες αναδιαμορφώνονται υπό το πρίσμα της σύγχρονης οικολογικής κρίσης. Η υλικότητα αναφέρεται στα φυσικά αντικείμενα, πόρους και φαινόμενα που αποτελούν τη βάση του ανθρώπινου κόσμου, περιλαμβάνοντας όχι μόνο την ύλη, αλλά και τις κοινωνικές, πολιτικές και τεχνολογικές διαδικασίες που σχετίζονται με την παραγωγή και χρήση αυτών των πόρων. Ουσιαστικά, η υλικότητα είναι το θεμέλιο του ανθρώπινου πολιτισμού και συνδέεται με τον τρόπο που οργανώνουμε τις κοινωνίες και την οικονομία μας.
Η βιώσιμη ανάπτυξη θεωρείται ως μια ανάπτυξη που εξασφαλίζει την ποιότητα ζωής για όλους, χωρίς να καταστρέφει το περιβάλλον ή να εξαντλεί τους φυσικούς πόρους. Το κείμενό μας αναγνωρίζει ότι η βιώσιμη ανάπτυξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την οικολογική ισορροπία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Παρόλο που η έννοια αυτή είναι ευρέως αποδεκτή, διατυπώνονται κριτικές για την αδυναμία της να επιλύσει τις πιο βαθιές αιτίες της οικολογικής κρίσης, όπως η υπερκατανάλωση και η αποικιοκρατική εκμετάλλευση του περιβάλλοντος. Αυτή η κριτική αναδεικνύει την ανάγκη για μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου ζωής μας, που θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτές τις δομικές αιτίες.


