Π’ τήδεια, π’ τήδεια καμάρ’ μ’
25 ιστορίες γραμμένες στη λευκαδίτικη ντοπιολαλιά, ιδιαίτερα της Εγκλουβής
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-205-863-3
Οσελότος, ΑΘΗΝΑ, 2/2026
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 6/8/2027
€ 12.00 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 200 γρ., 158 σελ.
Περιγραφή
ΕΡΩΝΤΑΣ, ΟΧΙ ΑΣΤΕΙΑ…
— Ναίσκε, νογάω, δεν μπορώ με μάγια να σε πείσω.
Νείρομαι όλο τον καιρό να ’ρτω να σε χαλέψω.
Τούτα βία και καλά θέλω να σ’ αγαπήσω
κι όσα έχει η μέρα η λαμπριγιά, ούλα να σ’ τα χαρίσω.
Να ’ρτω προχτέ ξεκίνησα, μα έκαμα μπρος και πίσω.
— Ομπλός εσύ, μορφέτζω εγώ, δεν γλέπω προκοπή,
ο τάτας μου, άμα μαθευτεί, στο γόνα θα με σφάξ’.
Πγιεντάω και σε, μα κάλλιο να ’πεφτε αστροπή
σ’ όγοιονε έβαλε στο νου τ’ν τσούπρα τ’ να πράξ’,
και δε θα κ’τάει κατά δω και κατά εκεί να τ’ράξ’.
— Γίλιγγας και στριφτατεριά με πιάνει σαν σε γλέπω,
μο’ ’ρχεται νια αναφανταλιά και λυέται ο αφαλός μου.
Όμπιο γιομόζει η καρδιά, μπροστά σου άμα στέκω.
Με μούργα μ’ κάζ’ με λάδωσε ο έρμος ο δ’νός μου.
Μ’ εσέ το γήλιο φώτ’σε ο μαύρος ουρανός μου.
— Λάμπασμα σ’ έλεγε η βαβά μ’, σαν το αρνί το λάγιο,
κι οι λούγκρες εγυαλίζανε στα μαύρα σου τα μ’σούδια.
Αγγελοκρούστηκες μικρός, σε τάξανε στον άγιο,
στη στάνη σε μαντρώσανε και φύλα’ες στα ζούδια.
Σκιαζόντανε τα ζωντανά σαν έλε’ες τραγούδια.
— Λέει το λες, εφύλλα’α νια λακινιά κοπάδι
κι ο λάλας μ’ μ’ έμαθε να γράφω με τη λάπη.
Ίσκιος μου θέλω να γενείς και λάμπα για το βράδυ,
χρυσά κι ασήμια δεν θα βρεις, μα μπόλικη αγάπη.
Θα κουβαλάω ολημερίς σαν τον καλό αράπη.
— Ακρομάσ’ τι θα πω και τήρα μην το μάθουν.
Νογάω δεν έχει ο έρωτας ανάποδη και όρτη.
Κοντά σαν έρτω, μάθε το, κόλπο οι δικοί θα πάθουν.
Η στάνη από τα ληγάτα μου θε να γενεί παλάτι.
Θα μας ζηλεύουν, θα πονούν και θα σε λένε μόρτη.
Κι εγώ θα σειέμαι, θα λυγώ με τον καινόργιο μπότη.

Add: 2026-02-10 13:27:16 - Upd: 2026-02-10 13:27:16