Εν αρχή ην η μουσική και η σιωπή,
μετά η σμίξη τους. Έρωτας
απ’ την πρώτη ώρα που θυμάμαι.
Μια θάλασσα η μουσική
και τη δροσίστηκες απέραντη.
Το κάθε κύμα κι ένας φθόγγος σου,
ο σκοτεινός βυθός της ο πνιγμός σου,
ο ουρανός αντιφεγγίζεται στη σκέψη σου,
σε ποιαν ακτή, ποια μόνη ακρογιαλιά
θα σβήνουνε τα λόγια σου κι ώς πότε;
Όσο θα ζει η γη, όσο η θύμηση, όσο τα κύματα
θα φτάνουν να χτυπάνε
κατάξερα χαλίκια αργά το απομεσήμερο,
την ώρα που όλα γύρω εξαχνώνονται
σε ώρα μυστική κι ακούγονται, λες,
σαν καινούργια μες στο άπειρο,
ώς τότε θα μιλάς με τα τραγούδια σου,
Ορφέα πρίγκιπά μου,
ισορροπώντας στις πέντε γραμμές
του σύμπαντος,
με το κλειδί του ωραίου για σημάδι.
Πέρασα πια στην ηλικία που αναστρέφοντας
δεν βλέπω αστέρια,
βλέπω μόνο τον Θεό. Και ο ρυθμός σου
ξεδιπλώνεται ανάμεσα.


