«Η Αλκμήνη ξυπνούσε πάντα πριν βγει ο ήλιος. Της άρεσε να βλέπει το πρωί την ομίχλη να τυλίγει τη λίμνη. Εκείνο το πρωινό όμως, κάτι την έκανε να ανατριχιάσει. Στην αμμουδιά υπήρχε μια παράξενη μαύρη κηλίδα. Έσκυψε και την άγγιξε! Δεν ήταν λάσπη και μύριζε περίεργα. Αμέσως κοίταξε το νερό. Η λίμνη, που συνήθως καθρέφτιζε τον ουρανό, έμοιαζε πιο θολή και πιο βαριά. Ήταν σαν να κρατούσε την αναπνοή της. ‘Δεν μου αρέσει αυτό’. Ψιθύρισε η Αλκμήνη...»


