Άλλη ζωή
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-297-1
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/6/2027
€ 10.60 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 60 σελ.
Περιγραφή

Όταν η ψυχή φεύγει, μια άσπρη πεταλούδα στριφογυρίζει γύρω από μια φλόγα δίχως να μπορεί να ξεκολλήσει. Έτσι και οι ιστορίες αυτού του βιβλίου, ισορροπούν ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη, στον πόνο και στη λύτρωση, φωτίζοντας τις πιο κρυφές πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Οι ήρωες παλεύουν με το βάρος του παρελθόντος, τις αόρατες πληγές και τις μικρές αλλά καταλυτικές στιγμές που καθορίζουν τη ζωή τους. Κάθε διήγημα είναι ένα παράθυρο σε έναν κόσμο όπου το τρυφερό αγγίζει το σκληρό, το φως αγκαλιάζει το σκοτάδι, κι η ελπίδα βρίσκει τρόπο να αναπνέει, ακόμα και μέσα στην πιο πνιγηρή σιωπή, για την αναζήτηση μιας άλλης ζωής.

Η ΣΚΑΛΑ

Για μένα ήρθε. Το κατάλαβα. Είχε καθίσει στα σκαλιά και με περίμενε. Όταν με είδε μου έγνεψε με το χέρι. Δεν ήθελα να τον δω. Ήταν καιρός που έπαψα να νοιάζομαι για άντρες. Καλύτερα έτσι. Σηκώθηκε και με ακολούθησε στη σκάλα.

«Έι ψιτ, κοπελιά».

«Γεια, τι κάνεις;» προσποιήθηκα ότι ξαφνιάστηκα που τον είδα. «Πώς από τα μέρη μας;» Ανέβαινε τη σκάλα με μικρά βήματα για να τον προλαβαίνω. Πήγαινε σκαλί σκαλί για να κερδίζει χρόνο. Τι ζητούσε επιτέλους;

Η Αθανασία στεκόταν κι αυτή από κάτω και τον περίμενε. Τη φλέρταρε. Έκανε πως την πρόσεχε για να μου μπει στο μάτι. Εκείνη έκανε τη δύσκολη. «Έχω γιο στην ηλικία σου» είπε δήθεν σοβαρά, ενώ γελούσαν ακόμα και τ’ αυτιά της. Είχε ολοστρόγγυλο μεγάλο πισινό και σκούρα μαλλιά, δεμένα ψηλά. Χαμογελούσε με τα κιτρινωπά της δόντια χωρίς να σηκώνει τα μάτια από το κινητό· η γενιά του αντίχειρα. Είχα μαζευτεί σαν ένα κουβάρι. Μόλις ξεχώριζε ένα κεφάλι χωρίς πρόσωπο με μαύρα, κοντοκουρεμένα μαλλιά. Κρυβόμουν, όλη πίσω από τον ώμο του. Αυτός κοιτούσε ολόισια μπροστά, κατάματα, ένα κοντινό μέλλον που έμοιαζε εκπληκτικά χειροπιαστό. Έβγαζε τη γλώσσα στις ανασφάλειές μου. 

Η Αθανασία ήρθε πάλι στο μυαλό μου. Φως φανάρι ότι τον γουστάρει τρελά. Η ψεύτρα! Τα ’χει όμως τα χρονάκια της. Δόντια κίτρινα από το τσιγάρο. Την τρώει το μεροκάματο. Ήθελα να απολογηθώ γι’ αυτήν. Για όσες δεν πρόλαβαν να αγαπηθούν, ο κόσμος είναι ένα άδειο κρεβάτι.

Στάθηκε στην κορυφή της σκάλας. Μετρούσα ένα ένα τα πολυκαιρισμένα σκαλιά. Κάποτε θα άστραφτε το λευκό τους μάρμαρο. Πολλά βήματα αχνοφαίνονται σε αυτά τα σκαλοπάτια, τα ανεμοδαρμένα και επικίνδυνα. Είχα κάνει πράξη το ζην επικινδύνως. Μπορούσα τώρα να ρισκάρω.

Για μένα είχε έρθει. Χαιρέτησε εγκάρδια, δια χειραψίας, όλους όσους συνάντησε. Το κοστούμι τού πήγαινε πολύ, τον έκανε να δείχνει πιο σοβαρός. Η Αθανασία τον ακολούθησε. Ώσπου κατάλαβα ότι θα έφευγαν μαζί. 

Κατέβαινα τη σκάλα, σχεδόν κατρακυλώντας τα φαγωμένα σκαλιά.


ΜΥΡΣΙΝΗ

Τη Μυρσίνη δεν τη χώνεψα ποτέ μου. Αυτή της έβαλε την ιδέα της υιοθεσίας. Δηλαδή, μπελάδες στο κεφάλι μας. Μπαινόβγαινε εδώ μέσα, κάνοντάς μας υποχρεωτικές βίζιτες. Έπινε καφέδες με τη δικιά μου και της φούσκωνε τα μυαλά. Της έκανε τη δασκάλα. Αχ Μυρσίνη, αν σε είχα εδώ θα σε σκότωνα.

Έτσι, μετανιώνω ώρες ώρες για το ίδιο μου το στεφάνι. Η κυρά μου μεγαλοπιανόταν. Τα λεφτά μας ποτέ δεν έφταναν για τα λούσα της. Είχε φουστάνια σε όλα τα χρώματα της φύσης. Τσάντες και παπούτσια να δεις! Ποτέ δεν κατάλαβα τι τα θέλουν οι γυναίκες όλα αυτά.

Γιατί εγώ έκανα παιδιά. Είχα κάποτε για φιλενάδα μια φτωχούλα που την είχα αφήσει έγκυο. Ξεσηκώθηκαν τ’ αδέρφια μου, δεν μ’ άφησαν να την πάρω. Δεν είχε τίποτα, θεόφτωχη ήταν. Έτσι, πήρα τη γυναίκα μου που ήταν από πλούσιο σόι.

Όμως για την υιοθεσία μετανιώνω ακόμη. Σκαρφίστηκε η δικιά μου –με συμβουλή της Μυρσίνης– να παραστήσει την έγκυο. Κόντευε πλέον τα σαράντα. Ήταν ψηλή και εύσωμη γυναίκα. Μια μέρα γύρισε συννεφιασμένη από την εκκλησία. Ψιθύριζαν, μου είπε, κάτι ξένες γυναίκες που μιλούσαν γι’ αυτήν.

«Ωραία γυναίκα» είπε η μία.

«Έχει παιδιά;»

«Όχι» απάντησε η άλλη.

«Ε, τότε μούτζωσέ την».

Ήρθε στο σπίτι πολύ στεναχωρημένη και μου τα είπε όλα. Σε λίγο καιρό διαδώσαμε ότι ήταν έγκυος, αλλά μάτωσε και έπρεπε να πάμε στην Αθήνα για να είναι κοντά σε γιατρούς. Γυρίσαμε με τ’ αγόρι στην αγκαλιά, ημερών ήταν. Η γυναίκα μου μες στα νεύρα. Τα λεφτά δεν έφταναν ποτέ. Με δανεικά έκανε τα λούσα και τις βόλτες της. Για την ονομαστική της γιορτή μαγείρευε μία βδομάδα. Όλο το χωριό περνούσε για τα κεράσματα. Το παιδί δεν έπαιρνε τα γράμματα. Ο εγωισμός της δεν το επέτρεπε αυτό. Μια φορά τού βούτηξε το κεφάλι σ’ έναν κεσέ με γιαούρτι. Αλλά το χειρότερο ήταν η απόφασή της να το στείλει εσωτερικό σ’ ένα σχολείο. Αυτή ήταν ιδέα της Μυρσίνης, εκείνη την επηρέασε. Μαζί τα κουβέντιαζαν και τ’ αποφάσιζαν.

Τελικά, πήγε το έρμο εσωτερικό στις Σπέτσες. Ερχόταν μόνο τα καλοκαίρια, Πάσχα και Χριστούγεννα. Μάλιστα, μια φορά πήγε μαζί με τη Μυρσίνη να το δουν. Θυμάμαι ήταν πριν το Πάσχα. Του πήγαν και μερικά πεσκέσια. Το παιδί δεν μιλιόταν. Όσο για τα γράμματα, τίποτα δεν έμαθε. Το μόνο που έμαθε ήταν να τη μισεί. Μέσα του πάλευαν λυσσασμένα το μίσος με την αγάπη.

Εκείνη τη χρονιά αρρώστησε η Μυρσίνη. Όταν έφυγε, η δικιά μου μέχρι και μαύρα φόρεσε. Πιο πολύ αυτήν λογάριαζε για οικογένειά της, αφού με τ’ αδέρφια της σχεδόν δεν μιλούσε.

Μια μέρα ήρθε και με βρήκε. Είχε περάσει καιρός που είχε φύγει από το σπίτι. Είχε γίνει ολόκληρος άντρας και τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν.

«Πες μου» με ρώτησε «ποια είναι στ’ αλήθεια η μάνα μου;»

Ντρεπόμουν να τον κοιτάξω στα μάτια. Δεν ήξερα τι να του πω. Εκείνη ίσως να ήξερε, τη Μυρσίνη εννοώ. Αν ζούσε θα μας έλεγε. Ήταν η μόνη που θα μπορούσε να γνωρίζει. 


Add: 2026-01-20 14:21:22 - Upd: 2026-01-20 14:21:22