Η ζωή προχωρά και πως πρέπει να καμαρώνω τα δυο μου παιδιά. Με άλλα λόγια να παραδοθώ, μου λένε, στη μοιρολατρία του «ήταν γραφτό» και να αρνηθώ πώς υπήρξαμε εσύ, εγώ, το μωρό μας, το άλλο στα σπλάχνα μου, η αγάπη μας.
Τι όμορφα που ζούσαμε, σαν όνειρο, και χαιρόμασταν τη ζωή και το φως… και πώς σχεδιάζαμε και ονειρευόμαστε το αύριο εκεί στη μαγευτική Κερύνεια… και ξαφνικά όλα γίνονται βουή και αντάρα και βρίσκομαι στο μάτι του κυκλώνα είκοσι χρόνων κλαρί μέσα στη φωτιά… μόνη με το μωρό μου αγκαλιά και το άλλο στα σπλάχνα μου να τρέμει όπως εγώ.
Από τότε άρχισε για εμένα ένας ατελείωτος αγώνας πολύ σκληρός. Από τη μια περιπλανήθηκα να ψάχνω παντού για να σε ξανάβρω. Γιατί για μένα δεν αγνοείσαι ούτε χάθηκες ποτέ, κάπου εκεί με περιμένεις στις αμμουδιές της Κερύνειας.
Αξιοποιούσα κάθε πληροφορία για την ανεύρεσή σου. Δε σταμάτησα ούτε στιγμή να σε ψάχνω και ήμουν πεπεισμένη ότι κάπου υπάρχεις. Έκανα προσωπικές έρευνες σε πολλές χώρες, συναντήθηκα με πολλές προσωπικότητες, με αρχηγούς κρατών, ελπίζοντας σε μια συγκεκριμένη απάντηση. Μια απάντηση που δε θα πάψω να περιμένω.
…Και από την άλλη να παλεύω για την επιβίωσή μας και κυρίως για την ανατροφή και τη μόρφωση των παιδιών μας. Σε αυτό το σκέλος του αγώνα, ξεπέρασα τον εαυτό μου, τον ξέχασα. Και πέρασε η ζωή μου μέσα σε ένα απόλυτο κενό, που όλο και μεγάλωνε από την αδιαφορία όσων είχαν χρέος να ενδιαφερθούν.
Και μεγάλωσα τα δυο μας παιδιά με αρχές και αξίες να μοιάσουν του ήρωα πατέρα τους... και σπούδασαν με χίλιες προσωπικές στερήσεις να γίνουν επιστήμονες και χρήσιμες στην κοινωνία. Να έχω να λέω στον άντρα μου και πατέρα τους, πως πάλεψα για τα όνειρα που κάναμε, τότε στην Κερύνεια…
Όμως εσύ λείπεις! Και αυτό είναι το μαρτύριο. Πρέπει εγώ να απαντήσω στα παιδιά μας το πώς και το γιατί μεγαλώσαμε μόνες… πού είναι ο πατέρας τους;
Ζει; Αν ναι, γιατί δεν έχουμε μήνυμά του; Είναι νεκρός; Πού βρίσκεται;
Όλοι οι νεκροί δικαιούνται ένα χώρο αναφοράς, ένα κερί, δυο λουλούδια από τους αγαπημένους τους, που έμειναν πίσω, τάχα ζωντανοί. Ούτε αυτό το «προνόμιο», δεν έχουμε. Η θυσία για την ανιδιοτελή αγάπη μου για εσένα και η ευσυνείδητη αντίληψη της εκπλήρωσης του ηθικού χρέους και της ευθύνης αποτελούσε και αποτελεί ζητούμενο της ανεύρεσης της ύπαρξής σου, τόσο από τη δική μου πλευρά, όσο και από την πλευρά των παιδιών μας που σε λατρεύουμε.
…και μου λένε πως πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και πως δεν ωφελεί να μένω ακόμα και πάντα εκεί…
Πώς πέρασαν τόσα χρόνια; Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει κανείς.
Γη και ουρανό κίνησα, αλλά από παντού παγερή αδιαφορία… κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για την τύχη σου… κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για την υπέρτατη αυτοθυσία σου και έτσι καταδικάσαν και τη ζωή μας στον πόνο και σ’ ένα ατέρμονο σκοτάδι.
…Κι αν πρέπει να καμαρώνω για τα παιδιά μου;
ΝΑΙ! Μα δικαιούμαι να καμαρώνω μόνο εγώ!
(Από τον πρόλογο του βιβλίου)


