#Νέοι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-88063-7-5
Noėma, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Γλώσσα πρωτοτύπου: Γερμανική
Ενιαία τιμή έως 30/6/2027
€ 12.72 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 142 σελ.
Περιγραφή

Η μηχανή της Μερλ, μιας φοιτήτριας νευροβιολογίας, χαλάει έξω από την πόλη Έσμπιεργκ της Δανίας, ενώ την ίδια στιγμή η μπλόγκερ Σοφία Γιάνσεν βρίσκεται νεκρή σε ένα δάσος. Το σώμα της δεν φαίνεται να έχει υποστεί βία ούτε και υπάρχει κάποια επίσημη αιτία θανάτου.

Όταν στο κινητό της Μερλ αρχίζουν να εμφανίζονται ξαφνικά φωτογραφίες της Σοφία, εκείνη ξεκινά τις έρευνες. Έτσι, θα βρεθεί για ένα πανεπιστημιακό εξάμηνο από το Βερολίνο στο Μαρίασταϊν της Ελβετίας, όπου θα γνωρίσει τη φοιτητική λέσχη Beccaria, που ασχολείται με αποκρυφιστικές τελετουργίες για διασκέδαση, τηρώντας μια μακρά παράδοση. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που κάνουν όλοι οι φοιτητές για πλάκα – μερικοί παίρνουν τη μαύρη μαγεία στα σοβαρά.

Άλλες δύο νεαρές γυναίκες στων οποίων τα κινητά τηλέφωνα εμφανίζεται ένα πλήθος από δημοσιεύσεις της Σοφία προσπαθούν να αγνοήσουν την υπόθεση. Αλλά όταν και οι δύο προσβάλλονται από μια άγνωστη ασθένεια, πασχίζουν να κατανοήσουν αυτά που τις συνδέουν.

«Άντε γαμήσου!»

Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που είπα στον Νιλς. Αλλά με διακατέχει ακόμα ακέραιη η βεβαιότητα ότι αυτή η ιστορία θα συνεχίζει έτσι, ακόμα κι αν καμιά φορά τα μαύρα σύννεφα πυκνώνουν μέχρι που γίνονται μαύρη λάσπη, ακόμα κι αν καμιά φορά από τα βάθη της θάλασσας έρχεται η παλίρροια.

Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς έφτασα μέχρι εκεί, θυμάμαι μόνο ότι βιαζόμουν. Άρπαξα το κράνος μου και βγήκα έξω, βρόντηξα την πόρτα και το ’σκασα μέσα στην κρύα νύχτα. Αλλά μου αρέσει το κρύο, πιο πολύ από κείνη την άθλια ζέστη που έχει ο νότος. Έπειτα ανέβηκα στο μηχανάκι μου. Άκουγα ακόμα τον μαλάκα που με φώναζε. Έφυγα. Μέχρι που σε κάποιο σημείο το μηχανάκι σταμάτησε να πηγαίνει, οπότε κατέβηκα, του ’δωσα μια κλωτσιά, του ’ριξα κι ένα βρισίδι κι ύστερα ξεκίνησα να γυρνάω στην πόλη με τα πόδια. Ώσπου ακούστηκε εκείνη η σπασμένη φωνή.

«Να σε πάω;»

«Πού;»

«Στο Χέλε».

Λες να είχαν κυλήσει κρυφά πίσω μου τα πετραδάκια που

ήταν κολλημένα στις μπότες μου;

«Όχι, πρέπει να πάω στην πόλη, χάλασε η μηχανή μου».

«Περπατάς σε λάθος κατεύθυνση όμως».

«Α, αλήθεια; Σκατά. Τα δέντρα φταίνε, που είναι όλα ίδια».

«Οκέι. Λοιπόν…»

Ύστερα έφυγε. Κι εγώ συνέχισα τον δρόμο μου· πρέπει σίγουρα να περπατούσα κανένα δίωρο μέχρι τη στιγμή που όλο αυτό που είχα μαζέψει μέσα μου άρχισε να φεύγει με ανακούφιση, καθώς αντίκριζα τα πρώτα φώτα. Η ανάσα μου έδινε μορφή στο σκοτάδι, μια όψη μονάχα απ’ τα πολλά του πρόσωπα. Κάτι μεθυσμένοι άδειαζαν τα στομαχικά υγρά τους σαν πυρηνικά απόβλητα στο έδαφος, παραδίδοντάς το μολυσμένο στις επόμενες γενιές.

Τα χέρια μου κάτασπρα μέσα στο μαύρο μου δερμάτινο· φορούσα στενό τζιν παντελόνι και μπότες. Είχα καπνίσει σίγουρα δέκα τσιγάρα, γιατί το άρωμά τους μου θυμίζει τον πρώην μου καθώς γεμίζει τα πνευμόνια μου. Ύστερα πήγα στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου και πέρασα μπροστά από την αφίσα μ’ αυτόν τον κακάσχημο τον μαλάκα τον πρίγκηπα Φρέντερικ της Δανίας, που είναι κάπως σαν να γελάει όλη την ώρα, και τη γυναίκα του – ή μήπως είναι η ερωμένη του; Μου τη δίνουν στα νεύρα αυτοί οι τύποι κάθε φορά που τους βλέπω. Κι ακόμα πιο πολύ οι ηλίθιοι που αγοράζουν αυτά τα περιοδικά που γράφουν πότε έμεινε αυτή έγκυος πάλι, γιατί άλλωστε αυτή είναι και η δουλειά της, έτσι δεν είναι; Θέλω να πω, παίζει να έχει καθόλου δική της βούληση; Μιλάμε ότι η όλη φάση είναι πολύ άθλια, η γυναίκα είναι αναγκασμένη να παντρεύεται, να χαμογελάει και να γεννάει παιδιά, να είναι ξανθιά και όμορφη, σαν να είναι όλα μια παράσταση για τους άλλους, χωρίς να υπάρχει άνθρωπος με βάθος πίσω από όλο αυτό. Γενικά… η βασιλική οικογένεια της Δανίας…

Γιατί να θεωρούνται καλύτεροι αυτοί οι άνθρωποι ή να έχουν περισσότερα δικαιώματα, μόνο και μόνο επειδή ο προπροπροπάππους τους ήταν μεγαλύτερος σφαγέας απ’ ότι οι άλλοι σύγχρονοί του; Να μην παρεξηγηθώ – μην κρίνεις για να μην κριθείς λένε, αλλά κι η κορώνα δεν είναι κάτι πολύ διαφορετικό από ένα απλό καπέλο, απλώς είναι λιγάκι αλλιώτικο. Δεν την καταλαβαίνω αυτή την υπακοή στην οποιαδήποτε αυθεντία (όχι μόνο στους πολιτικούς αλλά και σε όλους αυτούς τους σταρ που θεοποιούνται σε αδικαιολόγητο βαθμό, ή την Τζένιφερ Λόρενς) που έχουν μερικοί Δανοί, ή Δανές ‒ όχι κάτσε, πρώτα το θηλυκό, ή μήπως όχι, ε;

Τώρα έχασα τον ειρμό μου. Α, ναι…

Όλα λοιπόν πάνε πραγματικά στραβά πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη – κι εκεί που καθόμουν, άρχισα να φαντάζομαι τι θα μπορούσε να γίνει για να τον κάνω λίγο καλύτερο, αλλά έλα που δεν θέλω καθόλου. Χαχα. Αλλά θα μπορούσα όμως ν’ αφήσω τα χαμόγελα και ν’ αρχίσω να ρίχνω σφαλιάρες σε όσους δεν γουστάρω, να βάλω φωτιά στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, να εμφανιστώ στη Γιουροβίζιον και να πάρω όμηρους όλα τα μέλη της ηλίθιας της κριτικής επιτροπής – εδώ μιλάμε για την απόλυτη περφόρμανς, εκεί στο τέλος του εξαμήνου που πέφτει το πολύ διάβασμα να ρίξω ένα ολόκληρο κουτί βιταμίνες για τη διανοητική συγκέντρωση σε ένα μπουκάλι βότκα και να βάλω όλα αυτά τα ζόμπι που τραβάνε συνέχεια τα πάντα με την κάμερα του κινητού να με κινηματογραφήσουν στο κέντρο, καθώς θα σπαρταράω πεθαίνοντας στον δρόμο. Γαμώ θα ήταν αυτό, θα έκανε πάρα πολλά views. Να κάνω εγχείρηση αλλαγής φύλου και μετά απεργία για ίσα δικαιώματα και μήνυση κατά του κράτους για διακρίσεις, να μοιράζω φυλλάδια για τη Σαηεντολογία γυμνή και δεμένη σε ένα τζαμί ή εκκλησία ή συναγωγή τέλος πάντων, να ξεράσω πάνω σε έναν καμβά στην Εθνική Πινακοθήκη και να πω ότι το έργο μου είναι μια αναθεώρηση του παρελθόντος μου, να μαζέψω όλους τους αλήτες της όλης και να τους πληρώσω για να κατουρήσουν τις Porsche των πλούσιων φοιτητών της Οικονομίας, να αγοράσω ένα σκυλί για κυνομαχίες, να αγοράσω άλλο ένα σκυλί για κυνομαχίες, να δω το Green Mile και στη συνέχεια να οργανώσω μια λίστα υπογραφών για τη νομιμοποίηση της θανατικής ποινής, να πάω με το τζετ μέχρι το Λος Άντζελες και να χειροκροτήσω κλαίγοντας από συγκίνηση την ομιλία του Ντι Κάπριο ενάντια στην κλιματική αλλαγή, να αγοράσω άλλο ένα σκυλί για κυνομαχίες ‒επειδή ξέχασα να ταΐσω τα δύο πρώτα‒, να γράψω ένα hatepost διασκευάζοντας Αριάνα Γκράντε και να το στείλω σε μια ιδεαλίστρια φοιτήτρια του τμήματος μουσικών σπουδών κι αυτή να πάθει κατάθλιψη και μετά οι γονείς της να με τραβάνε στα δικαστήρια, να στείλω μήνυμα στον πρώην μου ότι τον απατούσα κι εγώ τελικά, όχι μόνο αυτός εμένα… και… και… ή απλώς να διαπράξω έναν βανδαλισμό πάνω στο πόστερ αυτού του σπαστικού πρίγκηπα. Αλλά οκέι, είπαμε, δεν θέλω ν’ αλλάξω απολύτως τίποτα – ας τα καταφέρει ο κόσμος χωρίς τις παραπάνω ηρωικές πράξεις. Μπορεί κι εγώ να τα έχω πάρει λίγο λόγω της μαλακίας του Νιλς. Εξάλλου κι εγώ δεν έχω ιδέα, κι εκτός από τη Σάρα η γνώμη μου δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλον ευτυχώς.

Το πανεπιστήμιο ήταν κλειστό. Προχώρησα λοιπόν· κάποια στιγμή γύρισα και στο σπίτι και την έπεσα. Φόρεσα τα ακουστικά μου και γεια σας. Για λίγη ώρα τουλάχιστον. Δεν είχα άλλη όρεξη ούτε να ακούω τις σκέψεις μου ούτε να ταΐζω το στομάχι μου. Έστειλα ένα μήνυμα λίγο πριν φύγω στην Άννε, στο Snapchat. Ήταν μεθυσμένη.

Όταν η Μερλ ξύπνησε το επόμενο πρωί έριξε στη μαύρη τσάντα της όσα τσιγάρα είχαν μείνει, ένα βιβλίο σχετικά με τη δομή του εγκεφάλου για το μάθημα στο πανεπιστήμιο, καθώς και τα μωβ γάντια που της είχε φέρει η Άννε από την Αμερική.

Πήγε στον φούρναρη, τον οποίο επισκεπτόταν κάθε τόσο για να καλμάρει την πείνα της ή για να δει όλους αυτούς τους υπάλληλους γραφείου που κάθε μέρα αγόραζαν πάντα το ίδιο πράγμα κι ύστερα περνούσαν τον δρόμο με πράσινο ή περίμεναν στο κόκκινο για… να πάνε για δουλειά σε κάποια πολύ μεγάλη εταιρεία, για την οποία οι ίδιοι δεν είχαν καμία σημασία βασικά. Πήγαινε σ’ αυτόν τον φούρνο από παλιά, από την εποχή που γίνονταν οι

εξεγέρσεις στην Πράγα. Διάβαζε θέλοντας και μη τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων που ήταν απλωμένες πάνω στον πάγκο. Η μηχανή της ήταν ακόμα εκεί που την είχε αφήσει, οπότε πήρε τηλέφωνο τον μηχανικό που ήρθε να την παραλάβει μαζί της. Ήταν μαύρη σαν τα μαλλιά της, που μόλις και μετά βίας κάλυπταν τη λαμπερή επιφάνεια του μετώπου της. Ίσως επειδή πήγαιναν σε τόσες πολλές κατευθύνσεις που ήταν δύσκολο να τα δεις ως ένα σταθερό σημείο ‒ πιο πολύ έμοιαζαν με ένα βιολογικά ολοζώντανο πλήθος μορίων. Θύμιζαν εκείνες τις νύχτες που περιπλανιόταν χαμένη στις υπαρξιακές της αναζητήσεις. Νύχτες που μαρτυρούσαν μια νοσταλγία ‒κάτι‒ και στις οποίες η Μερλ ήταν λες και άδειαζε τελείως το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου της ενώ το δεξιό καλυπτόταν από μια άγρια γυαλιστερή μάζα. Άλλες φορές, οι λιγοστές ηλιαχτίδες εκείνων των ημερών φώτιζαν τα ανοιχτόχρωμα ξανθά μαλλιά της που έπεφταν από το καστανό κεφάλι, κι ήταν σχεδόν σαν τα κύτταρά της να βρίσκονταν σε σύγκρουση με τον εαυτό της για το ποια ταυτότητα θα έπρεπε να έχει η Μερλ εκείνη τη μέρα. Γιατί αυτή πραγματικά άλλαζε από λεπτό σε λεπτό, ανάλογα με το τραγούδι που άκουγε εκείνη την ώρα. Οι πιο πολλοί άνθρωποι πάντως τη γνώριζαν μονάχα από τη σιλουέτα της, που τραβούσε αμέσως το βλέμμα: μια αδύνατη, χλωμή γυναίκα γεμάτη piercing και τατουάζ.


Add: 2026-01-14 11:40:02 - Upd: 2026-01-14 11:54:14