ένα τριαντάφυλλο.
Το έσφιξες τόσο πολύ,
γέμισε αγκάθια η ψυχή.
Ζήτησε νερό το τριαντάφυλλο
από δροσερή πηγή
και εσύ του έδειξες πληγή.
Μια καρδιά έχω, του είπες, πληγωμένη
και μην περιμένεις λόγια τρυφερά,
λόγια να μιλούν για αστέρια και χαρά.
Αναστέναξε και πάλι το τριαντάφυλλο
κι έγειρε στο πλάι και μιλάει στον φίλο.
Άδικο δεν έχω που πονώ και λιώνω;
Αχ, στον κόσμο ετούτο μόνο μαραζώνω.
Την αγάπη, τη χαρά, θέλω να αντικρίσω,
να τις νιώθω στην καρδιά,
πάλι να ανθίσω.


