Εκείνη την κάμαρα που με τα χρόνια ξεφλούδισε το χρώμα της.
Εκείνο το μπακάλικο που με τα χρόνια έχασε τη μυρωδιά του.
Εκείνον τον καφενέ που με τα χρόνια κλείδωσε την πόρτα του.
Εκείνο το αρτοποιείο που με τα χρόνια έκλεισε.
Ήταν το έτος 1933, όπως λέν’ τα γράμματά του. Οι αριθμοί.
Κοντεύει αιώνας από τότε κι ακόμη δεν ξέρουμε.
Μόνος του έλαβε την απόφαση να το ζωγραφίσει ή του ζητήθηκε;
Από τον ιδιοκτήτη μήπως;
Γύρεψε άραγε αμοιβή ή το έκανε για ένα κομμάτι ψωμί;
Κι αφότου ολοκλήρωσε τον πίνακα και στρίμωξε ξανά τις μπογιές στο σελάχι του, πήρε τον δρόμο για το φτωχικό του ή βάλθηκε
να τριγυρνάει στις εξοχές, προσπαθώντας να ξεχάσει
το περιγέλασμα του κόσμου;
Αφού απάντηση δεν έχουμε λάβει τόσα χρόνια μετά,
γιατί να μη δώσουμε τη δική μας;
Τη δική μου.
Τη δική σου.
Τη δική του.
Ιστορία εμπνευσμένη από το έργο του ζωγράφου Θεόφιλου.


