Ο ήλιος κρύβει μέσα του το σκοτάδι
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-287-2
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/6/2027
€ 14.84 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
14 x 21 εκ., 266 σελ.
Περιγραφή

«Ευλογητός ει κύριε, δίδαξόν με τα δικαιώματά σου».

Εντάξει. Ευλογητός θες να είσαι, να διεκδικείς τα θεϊκά σου δικαιώματα. Γούστο σου, καπέλο σου και μαγκιά σου. Με τα ανθρώπινα όμως, τι γίνεται;

...«ανάπαυσον, ο Θεός τον δούλον σου και κατέταξε αυτόν εν Παραδείσω, όπου χοροί των Αγίων Κύριε και οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως φωστήρες».

Και καλά οι φωστήρες. Και καλά οι δίκαιοι. Να εκλάμψουν και να κατακλίσουν, αυτόν που οι παπάδες ονομάζουν Παράδεισο. Οι άδικοι όμως; Οι κακούργοι; Οι φονιάδες; Οι πολεμοχαρείς και αμετανόητοι; Αυτοί που έχουν μετατρέψει τη γη σε κόλαση, τι ταμπουρά βαράνε;

...«τον κεκοιμημένον δούλον σου ανάπαυσον, παρορών αυτού πάντα τα εγκλήματα».

Στην ανάπαυση με βρίσκεις σύμφωνο. Πράγματι. Όταν παραγερνάμε, το σαρκίο μας γίνεται σαπάκι και μας βαραίνει. Τότε, το κορμί νοιώθει την αναγκαιότητα να ρίξει τις αιώνιες ξάπλες του. Όμως, να συγχωρεθούν και όλα μας τα εγκλήματα; Γιατί; Το θεωρείς σωστό, ένοχοι κα αθώοι να μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι;

Καλοκαίρι του έτους δυο χιλιάδες τριάντα. Πρωινό Σαββάτου, μήνας Αύγουστος. Τόπος, η μεγαλόνησος Κρήτη και πιο συγκεκριμένα ένα πολυτελές, παραθαλάσσιο ξενοδοχείο, στην εξωτική Ελούντα.

Και αφού παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία μας καλό θα ήταν να το επισκεφτούμε, να το γνωρίσουμε από κοντά. Φροντίζοντας και καταβάλλοντας ιδιαίτερη κι επίμονη προσοχή, με πιστότητα στην λεπτομέρεια. Σαν να γυρίζουμε ένα ακόμα συνηθισμένο τουριστικό ντοκιμαντέρ.

Και για να το πετύχουμε ρυθμίζουμε την νοητή μας κάμερα και την θέτουμε σε λειτουργία. Ξεκινά και την αφήνουμε αρχικά να περιπλανιέται με ευαισθησία, καλαισθησία και ρομαντισμό, στο φυσικό τοπίο, όπου το περιβάλει και το πλαισιώνει.

Είναι ένδεκα το πρωί ήδη και ο λαμπερός ήλιος βρίσκεται κοντά στο απόγειό του. Οι αόρατες, αλλά διεισδυτικές του αχτίνες διαπερνούν ορμητικά την αραιή, γήινη ατμόσφαιρα. Στην συνέχεια επιτίθενται με φόρα, πυρακτωμένες, πέφτοντας κατακόρυφα, ανελέητες.

Η δυναμική τους ενέργεια, αυτή που τους συνοδεύει σε όλο το διαστημικό τους ταξίδι, δανεική από τον ζωογόνο ήλιο, βρίσκει τελικά τον προορισμό της.

Υπερθερμαίνει πέφτοντας την θάλασσα, το έδαφος, φυτά και ζώα γενικά, αλλά και κάθε ανθρώπινο κατασκεύασμα. Αντανακλά επάνω τους, επιβαρύνοντας έτι περισσότερο τα παρευρισκόμενα στο πλάνο, ιδρωμένα κατά κανόνα, ανθρώπινα όντα.

Ευτυχώς που σε αντιστάθμισμα έχει τεθεί σε λειτουργία η ευεργετική και σωτήρια αύρα. Αυτή, που ο δημιουργός αυτού εδώ του πλανήτη, με σοφία πρόβλεψε να υπάρχει. Που προερχόμενη από την θάλασσα φέρνει προς τα έξω ένα ανάλαφρο, δροσερό, καλοδεχούμενο αεράκι. Που δρα ουσιαστικά, μετριάζοντας την θέρμη, κάνοντάς την κάπως ανεκτή, σχεδόν υποφερτή.

Ειδάλλως, τα μυαλά των σκεπτόμενων δίποδων όντων -που στον παραλογισμό τους θεωρούν κτήμα και ιδιοκτησία τους αυτόν τον πλανήτη- θα έβραζαν. Θα κόχλαζαν σαν τη ρευστή σούπα στο οστέινο κοίλο, προστατευτικό τους καύκαλο. Αυτό που τα φιλοξενεί -προσωρινά πάντα- και τα περιβάλει, σαν να βρίσκονται σε τσίγκινη κατσαρόλα.

Παρασυρόμενοι ωστόσο οι άνθρωποι, από την γλυκιά ραστώνη και την αποχαύνωση που τους προσφέρει, θέλουν και καταφέρνουν να ξεχνούν ότι είναι φθαρτοί. Ότι έχουν λήξη. Ότι κάποτε, σύντομα ίσως, θα έρθει και η δική τους ώρα. Και τότε θα χωθούν στους τάφους που τους περιμένουν ανοιχτοί, να γίνουν ένα με το χώμα. Χους εις χουν επελέσσεται, όπως ψέλνουν οι σοβαροφανείς παπάδες στις κηδείες. Χώμα, όπως έγιναν και οι πρόγονοί τους και οι επίγονοί τους αργότερα, με την σειρά τους.

Την ίδια την θάλασσα ωστόσο, ουδόλως την ενδιαφέρει το μέλλον των ανθρωποειδών, της γης μυρμηγκιών, που κατακλύζουν και μολύνουν τον πλανήτη. Αλλά ούτε και την αύρα την ίδια φαίνεται να την πτοεί ιδιαίτερα. Παραμένει ήρεμη, ατάραχη, χωρίς ρυτίδες, αντικατοπτρίζοντας στην απεραντοσύνη της τον καταγάλανο, καθάριο από σύννεφα, ουρανό.

Κάπου ωστόσο η κάμερα κρίνει ότι το παράκανε. Φθάνει η περιπλάνηση. Αρκετά ασχολήθηκε με τον ήλιο, την φύση και το υγρό στοιχείο. Κανονίζει στην συνέχεια ένα κοντινό πλάνο, ένα ζουμ. Έρχεται λοιπόν και νετάρει στο ογκώδες κι επιβλητικό κτίσμα του ξενοδοχείου, που σαν πελώρια σφήνα φαντάζει να εξέχει στην αμμώδη παραλία. Σαν καλοτάξιδο, τσιμεντένιο κρουαζιερόπλοιο, που αράζει περήφανο σε σίγουρη προβλήτα. Μένει για λίγο, δείχνοντας και προβάλλοντάς το από όλες τις πλευρές, καλύπτοντας και τον γύρο, περιβάλλοντα χώρο.

Η κάμερα όμως, όπως είναι γνωστό, αποζητά την κίνηση. Την δράση. Γι’ αυτό σύντομα αλλάζει πορεία και στρέφεται στην αμμώδη παραλία, που απλώνεται στο ξενοδοχείο μπροστά, που βρίθει από κόσμο. Όρθιο ή ξαπλωτό. Σπαρμένη από ομοιόμορφες και πολύχρωμες ομπρέλες, καλά στοιχισμένες, σαν σε παρέλαση.

Κάτω από κάθε ομπρέλα βρίσκονται δύο τουλάχιστον ξαπλώστρες, που φιλοξενούν ημίγυμνα κορμιά. Κορμιά, που απολαμβάνουν ξαπλωμένα, προφυλαγμένα κάπως από το καυτό περιβάλλον, την ευεργετική τους σκιά. Αλλά και τα ρηχά της θάλασσας, στις ξαπλώστρες μπροστά, δεν νοιώθουν διόλου παραμελημένα. Έχουν από νωρίς το πρωί καταλειφθεί από πλήθος λουόμενων, που προτιμούν να λέγονται κολυμβητές. Αν και ελάχιστοι φέρουν επάξια τον τίτλο. Όλοι τους πάντως βουτούν ή πλατσουρίζουν, ξένοιαστα και ανέμελα στο δροσερό, σχεδόν παγωμένο, σε σχέση με το περιβάλλον, υγρό στοιχείο.

Κολυμβητές ή λουόμενοι, αδιάφορο, τα σώματά τους μετακινούνται και μεταβάλουν θέση διαρκώς. Κάθε τους κίνηση ωστόσο επηρεάζει και δημιουργεί όλο και νέες τρύπες, στην ακύμαντη, ρευστή επιφάνεια. Τρύπες, που με φροντίδα και συνέπεια το υγρό στοιχείο έρχεται να τις γεμίσει και πάλι.

Τα δε κεφάλια τους, όσο διατηρούνται στην επιφάνεια, εξέχουν, δίνοντας την εντύπωση μαύρων γυαλιστερών κουμπιών, σε μίαν απέραντη και καταγάλανη ζακέτα.

Στην κάμερα ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και πριν, δεν της αρέσει η στασιμότητα. Παίρνει πρωτοβουλία λοιπόν και απομακρύνεται από την παραλία, το ξενοδοχείο και τους λουόμενους. Διαλέγει και παίρνει τον δρόμο προς τα πάνω, προς το βουνό, που ορθώνεται σαν φυσικό ντεκόρ πίσω και πάνω από το πολυτελές ξενοδοχειακό κατασκεύασμα.

Στην διαδρομή ωστόσο δεν μένει άπραγη. Αδιάφορη. Παίρνει διαρκώς πλάνα από τα ελάχιστα δέντρα και φυτά που συναντά, αλλά και από διάσπαρτες ξερολιθιές, που κάποιοι ντόπιοι κατασκεύασαν στο παρελθόν. Για άλλους λόγους φυσικά, καθαρά πρακτικούς, μη γνωρίζοντας ότι μπορεί κάποτε να συμμετέχουν σε ντοκιμαντέρ.

Προχωρώντας, ανεβαίνοντας και άλλο, τα πλάνα γίνονται όλο πιο φτωχά. Η γύρο βλάστηση διαρκώς φθίνει και λιγοστεύει. Το χώμα, η πέτρα και τα βράχια κυριαρχούν. Καταλήγει ωστόσο κάποτε, ως ήταν αναμενόμενο, στο πιο ψηλό σημείο. Σε ένα πλάτωμα. Στην γυμνή από δέντρα κορυφή του βράχου.

Η κάμερα αντιλαμβάνεται την ύπαρξη κι έρχεται τώρα κι εστιάζεται σε ένα άλλο ανθρώπινο κατασκεύασμα, που βρίσκεται στο πλάτωμα της κορυφής. Ένα μικρό, κάτασπρο, ορεινό ξωκλήσι, όπως έχουν πολλά βουνά στην Ελλάδα.

Ένας θεός ξέρει, γιατί οι άνθρωποι διαλέγουν τα πιο ψηλά και συχνά δυσπρόσιτα σημεία να τα κτίσουν. Ίσως επειδή αισθάνονται έτσι πιο κοντά στον θεό και τα κτίζουν για να έχουν μέσο, όταν πεθάνουν, να τους ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου.


Add: 2026-01-08 12:18:37 - Upd: 2026-01-09 09:53:19