Πόλεμοι και προσφυγιά. Και φωτιές. Στη Σαλονίκη, στη Νιγρίτα, στις Σέρρες, στη Σμύρνη και στους κλιβάνους του Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Ξεριζωμοί. Και δρόμοι. Το φευγιό του Αντρίκου και του Λεώ, οι Στράτες των νομάδων Σαρακατσάνων από τα χειμαδιά στα βουνά, ξεριζωμοί και επιστροφές. Το ατέλειωτο πηγαινέλα των ανθρώπων.
Και τέσσερα ζευγάρια. Ο Λεωνίδας και η Μυγδαλιά, να ξανανταμώνουν τον Λεώ και τον Αντρίκο, η Μαρία με τη μάνα τη Ρίνα ως άλλη Αντιγόνη, να πέφτει σαν τη λεύκα καταγής και ο Αντρίκος με τους «διπλούς» προγόνους. Ο Κωσταντής της Ξανθούλας με το σκοτεινό μυστικό και η Δάφνη με έναν αποδεκατισμό στα κύτταρα αποτυπωμένο. Ο Μιχάλης, το δασκαλοεγγόνι, και η Άννα με το βαρύ φορτίο μιας ενοχής και δυο θανάτων. Στη Θεσσαλονίκη του 1976. Της «Τρίτης Δημοκρατίας». Όλοι τους, κατά κάποιο τρόπο, παιδιά του ίδιου τόπου. Τους συνδέουν οι πρόγονοί τους. Οι ρίζες τους, εκεί στις λεύκες δίπλα στο ποτάμι. Και ο τόπος εκεί. Και οι λεύκες εκεί. Στο Καρά Ορμάν. Η λευκή, η «Populus alba», η αργυρόφυλλη…..» και η μέλαινα η «Populus nigra». Σαν το άσπρο και το μαύρο της ζωής. Πότε όρθιες, πότε να λυγίζουν και να πέφτουν. Και έτσι να πέφτουν και οι άνθρωποι «Έν κονίῃσι χαμαὶ πέσεν αἴγειρος ὣς…..» σαν τις λεύκες. Και όσο και να πέφτουν οι άνθρωποι καταγής σαν τις λεύκες, τόσο το ποτάμι θα κυλά στον ίσκιο τους και η ζωή θα κάνει αυτό που ξέρει να κάνει πολύ καλά, να τραβάει πάντα μπροστά.


