Δεν μένω πια εδώ
Κυκλοφορεί
ISBN: 978-618-231-295-7
Εκδόσεις Βακχικόν, Αθήνα, 12/2025
1η έκδ. || Νέα
Γλώσσα: Ελληνική, Νέα
Ενιαία τιμή έως 30/6/2027
€ 6.36 (περ. ΦΠΑ 6%)
Βιβλίο, Χαρτόδετο
12 x 17 εκ., 54 σελ.
Περιγραφή

Η Στέλλα περιμένει τη μεταφορική. Πρέπει να τελειώνει με τις κούτες και να αφήσει το σπίτι όπου πέρασε τη μισή της ζωή. Εκτός από τους τοίχους, θα αφήσει μαζί και τη συζυγική της ταυτότητα. Ανάμεσα σε κούτες, θύμησες, αντοχές μετρά όσα έχασε και όσα θα της λείψουν.

Η απρόσμενη συνάντηση με τον νεαρό Άλεξ θα της δώσει το τελικό σπρώξιμο που χρειάζεται για να βγει έξω από την πόρτα, θα τη γεμίσει ευγνωμοσύνη για το τυχαίο και θα γίνει αστέρι, όχι από αυτά που σβήνουν αλλά από εκείνα που καθοδηγούν.

(Μια γυναίκα πηγαίνει πάνω-κάτω σε ένα σαλόνι κρατώντας στο χέρι μια γυάλα με ένα χρυσόψαρο. Γύρω της κούτες μετακόμισης. Δεν ξέρει πού να την ακουμπήσει.)

ΓΥΝΑΙΚΑ: Τι να σε κάνω κι εσένα, μωρή Μακένζι; Πού να σε βάλω που σε λίγο έρχεται το φορτηγό; Ποιες γάτες, εσύ είσαι η εφτάψυχη. Έχεις γλιτώσει εσύ… θύελλες και φουρτούνες! Βέβαια, η τύχη δεν φάνηκε να σου χαμογέλασε όταν κατέληξες στα χέρια μου, αλλά πώς να πω όχι της Κλειώς; Της είπα ποτέ για να της πω τώρα; «Μαμά, αυτό το χρυσόψαρο είναι τέρμα ταλαιπωρημένο. Έχει σωθεί από πυρκαγιά, από ένα στριμμένο κανίς και από τα δίδυμα της Ελένης. Λίγες μέρες θα καθίσει μαζί σου, μέχρι να γυρίσω από το Παλέρμο. Τώρα βρήκαμε φτηνές πτήσεις, τι να κάνουμε; Να καθίσουμε στην πόλη να πεθάνουμε;»

Είπα εγώ να καθίσει να πεθάνει η μονάκριβη; Να τις κάνει τις διακοπές της στις Σικελίες, αλλά εγώ έχω να μετακομίσω ένα σπίτι είκοσι πέντε χρόνων, και αυτό το πορτοκαλί, γλιστερό πράγμα που κάνει κύκλους στη γυάλα είναι ένα παραπάνω βάρος που καθόλου δεν το είχα ανάγκη. Να πετάξω ήταν το θέμα. Τα σεμεδάκια, τις προίκες, την παλιά ζωή. Να πετάξω, όχι να φορτωθώ.

(Κοντοστέκεται, κοιτάζει μια κορνίζα πάνω στο τζάκι με μια γαμήλια φωτογραφία. Κάνει να την πιάσει αλλά πάει να της πέσει η γυάλα από το χέρι. Τη βάζει πίσω στη θέση της και ακουμπάει τη Μακένζι σε μια κούτα που λέει «καλά πιάτα».)

Κάτσε εδώ, με τα καλά. Με τα καλά, τα ακριβά, τα άχρηστα. Τι τα ήθελα; Ποτέ δεν καλέσαμε έναν άνθρωπο παραπάνω για να τα βγάλουμε. Μόνο όταν ερχόταν η πεθερά. Και τότε δεν έβγαιναν για ώρα, μη νομίζεις. Με το που με έβλεπε να τα βγάζω από το σύνθετο –είχα και από αυτό– μου έλεγε: «Μην μπαίνεις σε κόπο για μένα, κράτα τα για κανέναν υψηλό προσκεκλημένο, εγώ δεν είμαι ξένη, θα φάω σε πλαστικό, για να μην πλένεις κιόλας». Ήθελα να της πω ότι σαν ξένη φέρεται τόσα χρόνια στον γιο της, στην εγγονή της και σε εμένα, αλλά τα λόγια ούτε μισή φορά δεν βγήκαν από το στόμα μου. Και ξέρεις τι γίνεται με τα λόγια που μένουν ανείπωτα, ξέρεις. Σου τη μαυρίζουν την ψυχή, σου βασανίζουν τη σκέψη, σε κάνουν μικρό, ανυπεράσπιστο και μόνο, πολύ μόνο. Τα πλαστικά με βόλευαν, μη λέω και μαλακίες. Εξάλλου, φαγωμένη ερχόταν. Εγώ μια έβαζα πολύ αλάτι, μια λίγο, τη μια «νηστικό μου τον αφήνεις τον Θανάση», την άλλη «θα τον πεθάνεις πριν την ώρα του με τόσες σάλτσες», βρίσκαμε τη λύση στην πίτσα, που και της άρεσε και δεν ήξερε μόνη της να παραγγείλει στο δικό της σπίτι, και τρωγόταν στο πλαστικό και κυρίως, δεν την είχα φτιάξει εγώ, οπότε όλοι ευχαριστημένοι. Ευχαριστημένοι μέσα στη δυστυχία μας. Πώς το έλεγε, να δεις, στην Άννα Καρένινα… ναι, ναι. «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο». Από την ταινία το θυμάμαι και μου έμεινε. Είχα εγώ χρόνο, μωρέ, να διαβάζω βιβλία; Έλα, σε παρακαλώ, έλα τώρα. Είχα να υπηρετώ τον κύριο, να μεγαλώσω τη μικρή, να πηγαίνω στη μάνα μου, να κρατάω και τα δίδυμα της Ελένης, να συμμαζεύω και αυτό εδώ το αχουράκι, που παλατάκι δεν το λες αλλά ενενήντα τετραγωνικά είναι αυτά. Ξέρεις πόση σκόνη ζει σε ενενήντα τετραγωνικά;

(Πιάνει ένα πανί που βρίσκει πάνω σε μια κούτα κι αρχίζει να ξεσκονίζει.)

Πόση γύρη; Πόσες πευκοβελόνες που μπαίνουν από τα παράθυρα, ακόμα και τις χαραμάδες όταν φυσάει και είναι καλοκαίρι και τρέμουμε μην καεί το δάσος από πίσω, μαζί κι εμείς, όπως τα σπίτια που καίγονται στις ειδήσεις; Μη γίνουμε κι εμείς ζωντανή σύνδεση; Ζωντανή... πόση ειρωνεία… Να τρέχεις να ξεφύγεις από την πύρινη λαίλαπα –έτσι δεν τη λένε;–, να είσαι ημιλιπόθυμος από τους καπνούς και την απόγνωση, να μην ξέρεις αν θα προφτάσεις –τόσοι και τόσοι δεν πρόφτασαν– αλλά η σύνδεση να παραμένει ζωντανή. Και ποιος τους θυμάται αυτούς που δεν πρόφτασαν; Τους μνημονεύει μια φορά τον χρόνο η συλλογική μας συνείδηση.


Add: 2026-01-07 14:09:09 - Upd: 2026-01-07 14:32:00