«Δροσερό απάνθισμα των λουλουδιών του φθινόπωρου, αύρα ορεινή μεθυστική να σε ανασαίνει. Λέξεις ζουμερές για να κρατούν τη μνήμη, όπως τα αμπέλια στο κοκκινόχωμα της ξακουστής γενέτειρας. Για να κερνάει τους διαβάτες γλυκό κρασί και νόστιμο κεράσι. Ψηφίδα λαμπερή για να σκορπά την ίριδα των αστεριών από την ουράνια Δρόβιανη των Αγωνιστών και των Γραμμάτων. Αυτή είναι η ποίηση του Μιχάλη Κιοσέ».