«Η λάμπα των διακοσίων κηρίων φώτιζε μ’ ένα φως σκληρό και διαυγές. Ο Μακρής αισθάνθηκε κάτι σαν δυσφορία. Όλα αυτά ξέφευγαν από το λογικό. Ένα έγκλημα μέσα σ’ ένα δωμάτιο κλεισμένο από παντού κι ένας δολοφόνος που εξαφανίζεται μέσα από τους τοίχους. Ο Μπέκας κάτι μουρμούριζε.
— Τί;
— Βρομοδουλειά.
— Είσαι στενοχωρεμένος;
— Ναι. Θα’ χετε να γράψετε ωραία μυθιστορήματα στις εφημερίδες σας εσείς. Αλλά εμείς;»
« — Αργότερα έγινε δύσκολη η Ρόζα Βαργή;
— Δύσκολη, όχι ακριβώς. Πολυτελής. Στην Κατοχή ήταν φιλενάδα του αρχηγού της ιταλικής κατασκοπείας. Αργότερα αποδείχθηκε πως τα είχε ταυτοχρόνως και με έναν Άγγλο πράκτορα. Αντί να πάει στο δικαστήριο, πήρε συγχαρητήριο γράμμα απ’ τον Ουέιβελ. Οι Γερμανοί είχαν σκεφτεί να της κόψουν το ωραίο της κεφάλι για μια στιγμή. Αντί γι’ αυτό την πήρε ένας συνταγματάρχης των Ες Ες στην κρεβατοκάμαρά του.
Ο Μπέκας γρύλισε:
—Σεμνή κυρία.
Ο δημοσιογράφος χαμογέλασε. Παρ’ όλο το παχύ του πρόσωπο και το χοντρό του μουστάκι, ο αστυνόμος έμοιαζε μ’ ένα μικρό παιδί που δεν του έδιναν το γλυκό του.
—Σε ενοχλεί αυτή η υπόθεση.
—Ναι. Αυτοί οι θεατρίνοι έχουν τα πάθη, τις ζήλιες, τις υπερβολές τους. Θα είναι δύσκολο να βρεις την άκρη. Ύστερα ήταν διάσημη. Οι εφημερίδες σας θα κάνουν θόρυβο κι ο θόρυβος δε βοηθά ποτέ σ’ αυτές τις δουλειές. Ακόμα είναι κι οι ενδιαφερόμενοι. Θα μπλέκονται διαρκώς στα πόδια μας και θα ’ναι αρκετά ισχυροί, ώστε να μην μπορούμε να τους στέλνουμε στη δουλειά τους.
—Για το μαχαίρι τι έμαθες;
—Ήταν δικό της. Επρόκειτο να το φορέσει με τη στολή του ρόλου της».
Παρακαλώ, συμπληρώστε το email σας και πατήστε αποστολή.