Το παρόν άρθρο επιχειρεί μια συγκριτική ανάγνωση δύο έργων που, παρά τη χρονική τους απόσταση και τις αποκλίνουσες βιογραφίες των συγγραφέων τους, συναντώνται σε ένα κοινό σημείο κατάρρευσης. Εκεί όπου ο λόγος παύει να είναι επικοινωνία και γίνεται ο ίδιος η ασθένεια. Τα εν λόγω έργα αποστρέφονται την παραδοσιακή πλοκή. Επιλέγουν, αντίθετα, να αναπαραστήσουν την ίδια τη διαδικασία της αφήγησης καθώς αυτή αγωνίζεται να σταματήσει. >>>
Υπήρξε μια εποχή που οι Θεοί παρατηρούσαν τα γήινα δημιουργήματά τους κι εκείνα αντιζύγιζαν το βλέμμα, χωρίς όμως να παραμελούν τις γήινες προσδοκίες τους, τα ανδραγαθήματα και τις ματαιωμένες τους ελπίδες. Οι Θεοί σταδιακά έδωσαν τη θέση τους σε άλλες πίστεις, όπως η τεχνολογία ή η εξέλιξη, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου για τις βεβαιότητες παρέμενε αμετάβλητη. Το ίδιο όμως συνέβαινε και με τη ζωή και τις χθόνιες απαιτήσεις της. >>>
Για αρχή, η λογοτεχνία του endgame, του φυσικού και υπαρξιακού τέλους του γράφοντος, έχει κάτι το πιασάρικο. Απευθύνεται στον φιλοπερίεργο -ίσως και αδιάκριτο- αναγνώστη, ο οποίος, δι’ αντιπροσώπου, αναζητά μόνιμα τις απαντήσεις στα φλέγοντα ζητήματα της ύπαρξης – ιδίως όταν το αναπόφευκτο βρίσκεται προ των πυλών και η διαφυγή είναι αδύνατη, οπότε, πάντα θεωρητικά, ο πάσχων είναι πρόθυμος να μοιραστεί με το κοινό τις βαθιές και επίπονες αλήθειες του. >>>