με προσπέρασα.
Στέκομαι τώρα εδώ.
Μόνη,
όπως συνηθίζεται συχνά.
Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις.
Άβολες οι θέσεις του σώματος
γι’ αυτούς που σηκώνουν τα μάτια από χαμηλά
για ν’ αντικρίσουν εκείνους,
που σκύβουν να τους συναντήσουν.
Εγώ εδώ μουτρώνω στα σύννεφα.
Ελάχιστα με υπολογίζουν.
Έχουν απλώσει επάνω στη μέρα.
Στα κοτσύφια που ερωτοτροπούν
και τις μέλισσες, που αποζητούν τα άνθη.
Έχουν απλώσει πάνω στις σκέψεις και τις ενοχλούν.
Πόσες Κυριακές σαν αυτή
θα νοσταλγήσεις σαν τις χάσεις;
Η ακολουθία των Κυριακών
είναι μια παρηγοριά
στην ανασφάλεια του εντός και γύρω.
*
Είν’ η ροδιά μου μια μήτρα δρυπών
που πριν από κάθε άνοιξη
ξαναγεννιέται
ως πορφυρή ελπίδα
αυθάδης
κατάφατσα στον ήλιο.
*
Δεν αναγνωρίζω την πόλη.
Η ερημιά σκεπάζει τους δρόμους
και τα πρόσωπα.
Στριμωγμένοι σε ουρές άνευ λογικής
τσακωνόμαστε με αγνώστους
που δεν δίνουν δεκάρα.
Περιμένουμε
λεωφορεία που αργούν
τηλέφωνα που παραμένουν σιωπηλά
καλύτερες μέρες που η προοπτική τους
χάνεται αβέβαιη.
Ίχνος ενθουσιασμού.
Κι οι «επαφές» μας,
επαφές νεκρών
που έπαψαν από καιρό να νιώθουν
και μες στους άλλους
προσπαθούν να το ξορκίσουν.
Παρακαλώ, συμπληρώστε το email σας και πατήστε αποστολή.