Παρά τη δυναμική και την έναντι πάντων ισχύ του παραγομένου αμάχητου τεκμηρίου, ο εμφαινόμενος ως δικαιούχος του εμπραγμάτου δικαιώματος στερείται μέσων για την άμεση προστασία του, καίτοι με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο έχει καταφαθεί αυτό. Σε περίπτωση, έτσι, προσβολής του, υποχρεούται μέσω μίας (νέας, εάν έχει ήδη ασκηθεί αγωγή του άρθρου 6 § 2 ν. 2664/1998) εμπράγματης αγωγής να διέλθει από διαγνωστική –του αμαχήτως τεκμαιρομένου δικαιώματός του– δίκη για να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο σε βάρος του αντιδίκου του. Στη δίκη αυτή, μάλιστα, ο εναγόμενος δεν έχει κανένα δικονομικό δικαίωμα να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι ο ίδιος είναι ο αληθής δικαιούχος του επιδίκου δικαιώματος, το δε δικάζον δικαστήριο δεσμεύεται να εκδώσει απόφαση σύμφυτη με το παραχθέν τεκμήριο.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, παρίσταται σκόπιμη και εξυπηρετεί την (ως προς το εν λόγω πεδίο) αποσυμφόρηση των δικαστηρίων η ένδυση –νομοθετικώς– της οριστικής ή οριστικοποιημένης πρώτης εγγραφής με εκτελεστότητα και η ένταξή της στους κατ’ άρθρο 904 ΚΠολΔ εκτελεστούς τίτλους.