…
ζώα που κλαίνε, απελπισμένοι, άρρωστοι λαοί, όνειρα κακά των πεθαμένων και πεθαμένα όνειρα που βγήκαν από την πόρτα που άνοιξε εκείνος ο Ιός, ο ιός που έφερε νέες αρρώστιες κι ελπίδες.
Εγώ δεν άφησα τα σκυλιά λυτά. Εκείνα δάγκωσαν τους φράχτες κι ύστερα μες στο μαγεμένο απόγευμα μιας λαμπρής Κυριακής κατούρησαν τις γλάστρες και μαράθηκαν. Χαίρονταν έτσι τη λευτεριά μιας ελεεινής αδεσποσύνης.