Το επάγγελμα του πατέρα είχε αρκετές μεταθέσεις και μας ανάγκαζε σε συχνές μετακομίσεις. Κουβαλάω εικόνες από πολλούς τόπους, αλλά περισσότερο χαραγμένη μέσα μου είναι η μνήμη της μετακίνησης. Στο φορτηγό δίπλα στον οδηγό καθόταν ο πατέρας με τη μητέρα κρατώντας στην αγκαλιά τους την αδελφή μου κι εγώ στην καρότσα με τα πράγματα, που έτριζαν σε κάθε στροφή, και ορισμένα, παρά το δέσιμό τους, μετατοπίζονταν ελαφρά. Σφιγγόμουν γερά σε ένα σίδερο στήριξης του μουσαμά και κοιτούσα τον δρόμο και το τοπίο που χάνονταν πίσω μας. Μεγαλώνοντας έμαθα πως ο δρόμος ταχείας κυκλοφορίας που διασχίζαμε ήταν η εθνική οδός. Κατά μήκος της εθνικής οδού αισθάνομαι ότι κύλησε η ζωή μου, βιαστικά.
Ούτε που κατάλαβα πώς πέρασαν τα χρόνια.
Την περίοδο του «Μένουμε σπίτι» και του εγκλεισμού λόγω κορονοϊού, η ανάγνωση (ή το ξαναδιάβασμα) βιβλίων μικρής φόρμας λειτουργεί πολλές φορές κατευναστικά, σαν την κατάποση αγχολυτικών σκευασμάτων σε μικρές ποσότητες, που τονώνουν το ηθικό και ακονίζουν την περί τη γλώσσα αίσθηση. Σ’ αυτή την αναγνωστική επιλογή ίσως συνηγόρησε (και συνηγορεί) ο ασαφής και απροσδιόριστης διάρκειας χρόνος –ωστόσο ... >>>