Το βιβλίο αυτό, όπως λέει και ο Σπύρος Ασδραχάς στον Πρόλογο, «Θα μπορούσε κανείς να πει ότι σε μεγάλο βαθμό ανήκει σ’ ό,τι ονομάζεται αστικό φολκλόρ. Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτό: πρόκειται για αφηγήσεις που τις συνδέει ένα σταθερό νήμα, αφηγήσεις κοινωνικής ιστορίας. Μιλάει για παιδικά παιχνίδια, αλλά μέσα απ’ αυτά αναδύονται φτωχοί, λιγότερο φτωχοί και κάποιοι πλούσιοι. Ακόμα οι αφηγήσεις αυτές συνιστούν μια αυτοβιογραφία με τομή τη μετάβαση από την παιδικότητα στην ενηλικίωση, μετάβαση σημαδεμένη από την τραγική οικογενειακή ιστορία του συγγραφέα. Εννοώ τον άδικο θάνατο του πατέρα του, αποτέλεσμα του ακραίου δογματισμού του κομμουνιστικού κινήματος. Επιπρόσθετα δείχνουν την πρώιμη πολιτική ωρίμανση παιδιών που υπέστησαν τη δυστυχία της Κατοχής και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και άγγιξαν το σύνορο της πείνας και της αποβιταμίνωσης όταν η μία ή η άλλη δεν τα οδήγησαν στο θάνατο. Αυτές οι γλυκόπικρες ιστορίες με το χιούμορ, που πολλές από δαύτες διατρέχει, επιδέχονται διαφορετικές αναγνώσεις. Δεν θα συνιστούσα εκείνη που αφορά τη λογοτεχνική τους αξία: θα συνιστούσα εκείνη που τις καθιστά μία ιδιότυπη μορφή ιστοριογραφίας. Και τούτο γιατί η ιστορία έχει πολλές και κάποτε αναπάντεχες γραφές».
Εικόνες: Γιάννης Ψυχοπαίδης


