`ΕΚΩΝ ΚΑΛΟΣ`:
Εκεί που στάλαζε η ψυχή
στην κούπα μες την όλο άδεια,
εκεί στα βάθη της οπής μου
μια χαραμάδα πήρε να νικά.
Μόνη κοιμόταν κι όλο έτρωγε
της αμαρτίας μου το λίπος,
κι όλο τρανή,
τρανότερη από πριν,
όλο ζητούσε,
σαν πήρε στόμα να μιλά
τα ίδια λόγια αντίλαλο
μπρος στην κουφή καρδιά μου.
Κι ήρθε στιγμή,
σαν τίποτε,
σαν να μη λαχταρούσα,
κι ήρθε στιγμή,
σαν πάντοτε,
σαν να με λησμονούσα.


