Με το βήμα βαρύ και πονεμένο, κουβαλάω στις πλάτες μου τα βάσανα όλων των ετών. Ο δρόμος, πάντοτε ανηφορικός ήτανε για μένα. Από μικρό παιδί. Μα το κεφάλι κάτω δεν το έβαλα. Μέσα μου κράταγε καλά αναμμένη η ελπίδα. Στο τέλος της πορείας έπρεπε να βρισκόταν ο παράδεισος. Αλλιώς, τι νόημα θα είχε η ζωή; Έπαιρνα κουράγιο καθώς σωνόντουσαν τα βήματα, καθώς λιγόστευε ο χρόνος. Μέχρι που σε συνάντησα… και τα μάτια μου άρχισαν να τα βλέπουν όλα αλλιώτικα ένα γύρω. Ο ρυθμός μου ζωντάνεψε δίπλα σου, ενώ τρέχαμε ανάλαφρα στην κατηφοριά. "Κοίτα!" μου είπες μια φορά και μου `δειξες τα χρώματα του δειλινού. "Έτσι θα είναι το σπίτι μας..."
Σήκωσα το βλέμμα στον ουράνιο θόλο. Με κομμένη την ανάσα άκουγα τη σκέψη μου να συνθέτει τη μελωδία. Μου `βαλες στο χέρι το κλειδί, και η ψυχή μου σε ακολούθησε προσδοκώντας την ευτυχία...


