`ΠΑΛΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ`:
Ένα μεσημέρι, πέρασε μια ξαδέρφη της και κάτι της είπε.
Πέρασαν και κάμποσες μέρες κι η κοπέλα κάπως δεν ήτανε καλά, όλο στο παραθύρι στέκονταν, ακόμα και τις νύχτες, ώσπου ένα απόγευμα ακούστηκε σ` όλο το χωριό που έβριζε, γέλαγε κι έλεγε τα χάλια όλα -που τα `ξερε και πως τα `βγανε απ` το στόμα-, λόγια που δε μολογιούνται... Οι γυναίκες έμειναν με τα καλαμπόκια στα χέρια: `Για, για...`, τέντωσαν τ` αυτιά. Καμώθηκε κι η μάνα της· πως ούτε αυτή γνώριζε τη φωνή και τάχα δεν καταλάβαινε από που ακούγονταν όλο τούτο, κι όταν ξωμάκρυνε απ` τον ξέφλο και τις άλλες, άρχισε να τρέχει σαν να ήταν να σβήσει φωτιά χωρίς νερό, να τρέχει και να παρακαλάει να `χει λάθος, λάθος, να μην είναι η κόρη της αυτή. Σαν έφτασε και σήκωσε τα μάτια στο σπίτι, να η κοπέλα -μια Καρυάτιδα- ζόρκα στο παραθύρι! Τρέχει απάνω μ` ένα σκουτί στα χέρια, να της το ρίξει, σαν να κατσούλωνε πουλί όξω απ` το κλουβί του, και την τράβηξε στο δωμάτιο.
`Τι έπαθες, μωρή μαύρη και σφάλιαρη, τι έπαθες, μωρή σκασμένη, που να μας φαν τα φίδια... Τσώπα, τσώπα...`, την έριξε στο πάτωμα κι έπεσε κι αυτή αποπάνω. Κι η κοπέλα να κόβει το γέλιο και να θρηνεί σα σκυλί: `...να μη φτάκεις στα στέφανα, που να μη φτάκεις! Να μη φτάκεις να παντρευτείς, μη σώσεις να... αυτηνής το...`, και να λέει τις βρομιές και τα αισχρά όλα και να γελάει πάλι. [...]


