Ο νομός Ξάνθης, χαρακτηριστικά, αποτελεί μια ιδιαιτερότητα ως προς τη σύνθεση του πληθυσμού και των γλωσσών που ομιλούνται. Σήμερα, με την έλευση νέων οικονομικών μεταναστών, στο νομό ομιλούνται πέντε μητρικές γλώσσες: ελληνικά, τουρκικά, πομακικά, ρωσικά και τσιγγάνικα. Η πανσπερμία γλωσσών και το γεγονός ότι οι πληθυσμοί αυτοί δε γνωρίζουν καλά τη μητρική τους γλώσσα, έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορούν να μάθουν καλά ούτε την ελληνική γλώσσα. Τα πράγματα δυσκολεύουν, επειδή οι μαθητές στα σπίτια τους δεν ομιλούν καθόλου ελληνικά. Ό,τι μαθαίνουν, το μαθαίνουν στο σχολείο.
Από τις ομάδες αυτές, η Μουσουλμανική Μειονότητα της Δυτικής Θράκης αποτελεί σήμερα ένα ιδιότυπο κοινωνικό σύνολο, με ένα δικό της σύστημα αξιών που δεν ακολούθησε την όποια εκσυγχρονιστική πορεία της ελληνικής κοινωνίας. Ιδιαίτερα οι μουσουλμάνοι, κάτοικοι των αγροτικών και ορεινών περιοχών, διατηρούν αλώβητες τις παραδόσεις τους και είναι πολύ επιφυλακτικοί σε οποιονδήποτε νεωτερισμό που θα ανέτρεπε την ισχύουσα αξιακή τους κλίμακα.
Η εκπαίδευση της Μειονότητας διέπεται από ιδιαίτερο νομικό καθεστώς, προϊόν διεθνών συμβάσεων, παρέχεται σε ξεχωριστά σχολεία, τα οποία απευθύνονται μόνο σε μειονοτικούς μαθητές στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και συνεχίζεται σε δημόσια Γυμνάσια και Γενικά Λύκεια στη Δευτεροβάθμια, αν εξαιρέσουμε τα δύο ιδιωτικά Μειονοτικά Γυμνάσια και Γενικά Λύκεια και τα δύο Ιεροσπουδαστήρια στην Ξάνθη και την Κομοτηνή. [...]
[Απόσπασμα από το κείμενο του προλόγου]


