Ιούνης ήτανε, μήνας θεριστής, στα τέλη της δεκαετίας του `40, όταν έφτασε ο Μίλτος στο λιμάνι, να μπαρκάρει χωρίς αποσκευές στο πρώτο καράβι που βρέθηκε μπροστά του. Η καρδιά του βαριά, ο πόνος ασήκωτος. Ρόδο κι αγκάθι στη ζωή του ο Αντρέας, ρόδο κι αγκάθι η Δανάη. Πώς κατάφεραν να σβήσουν τα φώτα της κοινής τους πορείας, πώς κατάφεραν όλα να τα ρημάξουν; Συγκρουόμενοι πυρόλιθοι μέσα του οι ενοχές για το χαμό του φίλου του, μαχαίρια που ξεσκίζουν τις σάρκες του. Και η Δανάη; Τι να έκανε άραγε η όμορφη Δανάη χωρίς του δυο άντρες που τόσο την αγάπησαν και τόσο τους αγάπησε;
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


