Θα’ θελα πολύ να τα δεχθείς όλα αυτά όπως ακριβώς έγιναν χωρίς να σκεφτείς οτιδήποτε. Τίποτε παραπάνω, τίποτε παρακάτω. Πώς ν’ ακούγονται όλα αυτά άραγε στα δικά σου αυτιά; Εντελώς εξωπραγματικά ή μήπως καταστάσεις που σε κάνουν να με λυπάσαι; Εύχομαι να μην είναι ούτε το ένα, ούτε το άλλο. . . Έντεκα ολόκληροι μήνες. Έντεκα φεύγα. . . Οι εννέα από αυτούς σκέτη κόλαση. Βυθισμένη σ’ ένα σκοτάδι που ένας Θεός ξέρει πώς μπήκα και ένας Θεός ξέρει πώς βγήκα. Όπως όλα τα προηγούμενα χρόνια έτσι και τώρα ούτε που κατάλαβα τι έγινε και βυθίστηκα στην απελπισία, όπως επίσης δεν κατάλαβα πώς βγήκα απ’ αυτήν την κατάσταση. . . Όπως καταλάβατε τους περισσότερους μήνες ήμουνα σε κατάθλιψη γι’ αυτό δεν προχώρησα μ’ αυτές τις σημειώσεις. Μόνο αυτό δεν είχα στο μυαλό μου. Λες κι υπάρχει κάποιος πιο ψηλά από μένα και όταν θέλει μου δίνει μια και με καταποντίζει και όταν αλλάζει γνώμη μου δίνει το χέρι του και με τραβά με όλη του την δύναμη ν’ ανέβω πάνω, τόσο που με σηκώνει πιο ψηλά κι από το έδαφος. . . Τώρα όμως που νιώθω πάλι ζωντανή, έχω έντονη την επιθυμία να γράψω, δίνοντας στον εαυτό μου ένα λυτρωτικό διέξοδο στην δεδομένη αυτή στιγμή. Με παρασέρνει βίαια στην θάλασσά μου, στην μελαγχολική μου θάλασσα που γνωρίζετε κι εσείς πια. . . Ξαλαφρώνω γράφοντας σαν να μιλούσα στην καλύτερή μου φίλη. . .
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


