`Συχνά, ξεφεύγοντας από το δωμάτιό μου, στο σπιτάκι της Κάτω Κ..., διέσχιζα άσκοπα τους δρόμους του ωραίου προαστίου. Τριγυρνούσα και χάζευα τις επαύλεις που τις νύχτες, φωτισμένες εξαίσια, θάμπωναν τα μάτια μου και μού προξενούσαν μια περίεργη συγκίνηση.
Προσπαθούσα να διακρίνω πίσω από τις διάφανες κουρτίνες τους ένοικους αυτών των μικρών παλατιών, και κρυμμένος μέσα στη φυλλωσιά ενός καλλωπιστικού, το οποίο τιμούσε με την παρουσία του τον φτωχό δρομίσκο, κρυφοκοίταζα μια λιγνή γυναικεία σιλουέτα, που, μέσα στο θάμπος των κρυστάλλινων πολυελαίων άγγιζε ακατάδεχτα με το μαλακό της δαχτυλάκι τα γυαλιστερά πλήκτρα του πιάνου, σαν να τους έκανε μεγάλη χάρη να τα χαϊδέψει, ξυπνώντας τα έτσι από τον μουσικό τους ύπνο.
Άλλοτε πάλι έλιωνα από θαυμασμό στη θέα ενός αξιοπρεπέστατου κυρίου που μιλούσε στον σπάνιας ράτσας σκύλο του, σε μια γλώσσα άγνωστη στην ταπεινότητά μου. Και το μυαλό μου έπλαθε χιλιάδες ιστορίες με πρωταγωνιστές τους επιφανείς αυτούς κατοίκους του προαστίου μας.` [ . . .]


