(. . .) Εκτυφλωτικό φως γέμισε παντού και μια παράξενη γυάλινη μουσική κρατούσε τα πάντα σε μια ανείπωτη ένταση. Οι τρεις άνδρες βρέθηκαν πεσμένοι στο πάτωμα και δεν τολμούσαν να γυρίσουν το βλέμμα τους στο εκτυφλωτικό φως. Μόνο η κυρία Μπλούμενταλ λεπτή, κρυσταλλένια, άπλωσε τα χέρια της, σαν σε προσευχή, προς τον κύριο Νικηφόρο. - Θεέ μου, φώναζε η γυναίκα, θεέ μου τι συμβαίνει; Ο καθηγητής Νικηφόρος, κάτασπρος από μιαν ανεξήγητη πηγή φωτός, στεκόταν μετέωρος στο κέντρο του σαλονιού. Το κεφάλι του άγγιζε και δεν άγγιζε το ταβάνι. Ο πολυέλαιος χτυπούσε τα μυτερά του κρύσταλλα και κουνιόταν απειλητικά. Ο Νικηφόρος είχε απλωμένα τα χέρια και σχημάτιζε έναν εκθαμβωτικό σταυρό. Ο γέρο-καθηγητής, ο κύριος Γιουγκ γύρισε το βλέμμα του δειλά-δειλά προς τον αιωρούμενο φιλοξενούμενο και σηκώθηκε με αργές κινήσεις. Σηκώθηκαν κι οι δύο επίσκοποι με τη σειρά τους. Κανένας δε μιλούσε. Η κυρία Μπλούμενταλ τραγουδούσε ένα παλιό εβραϊκό θρησκευτικό τροπάριο. . .
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


