Δε φταίνε οι άλλοι, παρά εμείς. Έτσι ως συνηθίσαμε τ` αχάριστα, με γκρίνια για τα ασήμαντα και σιωπή για τα μεγάλα. Δίχως κραυγή που ζήσαμε και δίχως ένα ξέσπασμα. Δεθήκαμε με τα θνητά, λατρέψαμε τα υπόγεια, και φύγαμε απ` τα όμορφα. Κάπως έτσι φτάσαμε στην κόψη της αυγής, σε μιαν ημέρα που θα είναι ευτυχής ή ατυχής, μα οπωσδήποτε ποτέ επιεικής. Όταν όλοι έχουν δίκιο τότε αυτός που φταίει έχει φύγει από το δωμάτιο. Η σιωπή τους ενός γίνεται η αλητεία κάποιου άλλου. Ίσως και περισσότερων.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


