Έκανε τη συνηθισμένη διαδρομή για το γραφείο του, όταν την είδε να πατά το πόδι της στο οδόστρωμα για να διασχίσει το δρόμο, ενώ τα αυτοκίνητα έτρεχαν σαν δαιμονισμένα. Κοίταξε το φανάρι και είδε πως ήταν κόκκινο για τους πεζούς. Αντέδρασε αστραπιαία. Σαν να έπαιζε σε κινηματογραφική ταινία. (. . .) «Γιατί δε βλέπεις που πας; Θέλεις να σκοτωθείς; Και τι φταίνε οι οδηγοί των αυτοκινήτων; Τι φταίμε εμείς οι πεζοί για να δούμε ένα δυστύχημα πρωί πρωί;» Αυτή δεν απαντούσε. Τώρα εκείνος εκνευρίστηκε για τα καλά. «Άντε, πήγαινε στη δουλειά σου κι αν θέλεις να σκοτωθείς, φρόντισε να το κάνεις κάπως αλλιώς. Ή τουλάχιστον, κάπου αλλού, μακριά από μένα».
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


