Για τη Ζαντάλ το μαγείρεμα ήταν σαν μια ερωτική εμπειρία. Πίστευε ότι ο έρωτας και το φαγητό μόνο όταν εμπνέονται από το πάθος αξίζουν τον κόπο. Η Ζαντάλ δε μαγείρευε· ερωτοτροπούσε με τα υλικά. Γι` αυτόν το λόγο, είχε επιλέξει για πρώτο πιάτο αστακό με κρέμα από σπαράγγια και μανιτάρια. Θα συνέχιζε με αρνάκι γάλακτος, πάπια φουαγκρα με ζωμό τρούφας και άγριο ρύζι και θα έδινε στο τέλος μια γλυκιά πινελιά με φωλιά σοκολάτας με φράουλες και μους σαμπάνιας. Όρθια, πίσω από τον ανοξείδωτο μεταλλικό πάγκο, χάιδευε τα υλικά με τα μάτια, τα χέρια και τη μύτη της. Έβλεπε στον αστακό την σκληράδα που επιθυμούσε να διακρίνει έναν άντρα, ενώ το κόκκινο χρώμα του της έφερνε στο νου τη στιγμή της κορύφωσης, όταν το αίμα κοχλάζει και προσπαθεί να δραπετεύσει κάνοντας την επιδερμίδα να φλέγεται. Στα σπαράγγια, ιδιαίτερα στα χοντρά σπαράγγια Μασσαλίας, έβλεπε την τέλεια απεικόνιση του φαλλου· στα μανιτάρια την τρυφερή σάρκα της εσωτερικής κοιλάδας, της ιερής πηγής απ` όπου αναβλύζει το βάλσαμο των πιστών που την προσκυνούν· στο φουαγκρα την πληθωρική, σχεδόν εξοντωτική γεύση του σεξ· στην τρούφα το άρωμα των υγρών του έρωτα, που είναι σύγχρονος, ντελικάτος και αθώα αμαρτωλός, όπως οι φράουλες. Η Ζαντάλ, μούσα της γεύσης, υμνούσε τη χαρά της ζωής, δίνοντας πνοή σε όλα τα υλικά της φύσης.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


