Ήθελα το τελευταίο τάνγκο να είναι τέλειο - ακόμα και αν κάτι τέτοιο ήταν πολύ δύσκολο με την ποπ μουσική που ακουγόταν από τα μεγάφωνα του Tower Records. Αλλά, για ογδοηκοστή και τελευταία φορά της ημέρας, έκλεισα τα μάτια και άφησα το τάνγκο που αντηχούσε από τα δικά μας μεγάφωνα, να διεισδύσει εκεί όπου μόνο αυτό μπορεί να φτάσει. Σε μια στιγμή η μουσική με έφερε σε τόσο βαθιά έκσταση που δεν άκουγα πλέον τη φωνή του Ρίκι Μάρτιν, ενώ το σώμα μου σταμάτησε να αισθάνεται τις ενοχλήσεις από την καθημερινή ταλαιπωρία στο πλακόστρωτο της οδού Φλορίντα. Δεν μπορούσα να ακούσω ούτε τη φωνή του Πάμπλο όταν (για πρώτη φορά), γάβγισε μέσα στ` αυτί μου: «Ποιος καθοδηγεί εδώ πέρα; Εσύ ή εγώ»; Φορούσε πάντα τη μάσκα που έκρυβε την αλήθεια: είμαι απεγνωσμένα ερωτευμένος μαζί σου. Το τάνγκο είχε και πάλι τηρήσει την υπόσχεσή του και με είχε συνταράξει, ταξιδεύοντάς με στην Ευδαιμονία. Και για μια ακόμη φορά, άγγιξα την τελειότητα.
[Απόσπασμα από το κείμενο του προλόγου]


