(. . .) Το Πάσχα έπεφτε νωρίς εκείνη τη χρονιά. Έτσι τους έγραψε να έλθουν να κάνουν μαζί Πάσχα και να δουν την μητέρα τους. Ο καιρός άρχισε ν’ ανοίγει, μα ο Γιάννης είχε κόψει πια τους περιπάτους του και τις πιο πολλές του ώρες τις περνούσε στο δωμάτιο της μητέρας του. Κι εκείνη δεν κοιτούσε πια καθόλου προς το εκκλησάκι απέναντι. Της ήταν αδύνατο να κοιτάξει έστω ακόμη και με τα κιάλια. Η αρρώστια της είχε πειράξει τα μάτια. Και αυτά θολά όπως ήταν, έβλεπε μετά δυσκολίας ό,τι βρισκόταν πολύ κοντά της. (. . .)
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


