Η Ειρήνη, αποτραβηγμένη πάνω στην κάμαρά της, προσπαθεί να διώξει την κούραση και τη συγκίνηση της μέρας. Με γερμένο το κεφάλι απαλά στη βελουδένια πλάτη της πολυθρόνας, ρουφάει με αυτιά και μάτια όλη αυτή τη γλυκιά φασαρία που ανεβαίνει από τον κήπο και που είναι η συνέχεια της δικής της ζωής. Τα χρόνια που κουβαλά στην πλάτη της παύουν σιγά σιγά να τη βαραίνουν, γίνονται πούπουλα ανάλαφρα και ανεμίζουν μπροστά της ένα ένα, καθώς έρχονται στο μυαλό της ολοζώντανες εικόνες παλιές που από καιρό νόμιζε ξεχασμένες. Ξαναντύνεται με τα παλιά τα γεγονότα και φεύγει μαζί τους πέρα μακριά. . . Θυμάται τον Ανέστη, τον πρώτο και μοναδικό της έρωτα, όλα τα όνειρά τους για μια ευτυχισμένη ζωή. . . Την υπόσχεσή του να την κρατήσει κοντά του για πάντα. . . Κι ύστερα θυμάται το βράδυ, εκείνο το φοβερό βράδυ που τόσο σημάδεψε τη ζωή τους. . . Μια αληθινή ιστορία που θα μπορούσε να είναι μόνο μυθιστόρημα.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


