. . . Έκανε να τον αγκαλιάσει. Οι δαγκάνες της αιωρήθηκαν για αρκετά πολύ ώρα, πλατσούρισαν στον αέρα και επιτέλους σαν σε όνειρο συνάντησαν τις δαγκάνες του καλού της. Όταν αγκαλιάστηκαν ένα απαλό στρώμα από κάποιο άγνωστο χνουδωτό και ελαστικό υλικό που δεν υπήρχε εκεί εκτίναξε τις λέξεις που ετοιμαζόταν να του πει η Ζιζού. Οι λέξεις κοιτιόντουσαν σαν ηλίθιες μη γνωρίζοντας τι πρέπει να πούνε. Χαροπάλευαν μέσα στα πλοία, μέσα στις βουνοκορφές, στις συντεταγμένες διαστημόπλοιων και πίσω από τις μεταξοσκωληκοφωλιές. Άξαφνα μια ακρίδα διέσχισε το οπτικό πεδίο της από δεξιά προς τα πιο δεξιά ακόμα καλύπτοντας ολοκληρωτικά και αναμφισβήτητα την μισή θέα των ματιών της. Χάθηκε στους επτά ουρανούς και στις τρεις θάλασσες για πολύ λίγο και ζωγράφισε στον αεροπίνακα την λέξη «Αισιοδοξία».
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


