Το Παιδί μίλησε κι η γλυκιά φωνή του μέθυσε τον Ίζαν με αγαλλίαση: `Στον δικό μου κόσμο, όλοι ασχολούνται με όλα - τη γη, τα ζώα, τη μουσική και τον χορό, τη Γνώση για τον Εαυτό και την Αρμονία, που είναι ο Νόμος - δίχως ειδικεύσεις και διακρίσεις`. Ξάφνου, μια θλίψη απλώθηκε στο πρόσωπό του κι ο ουρανός άρχισε να σκοτεινιάζει· η καλοσύνη ήταν πάντα εκεί, μα ο ενθουσιασμός είχε μετατραπεί σε απελπισία. Σχεδόν βουρκωμένο, ξαναμίλησε και, ενώ το παιδί είχε ήδη μετουσιώσει το βαρύ συναίσθημα σε απλή, παιδική απογοήτευση, ο Ίζαν άρχισε να τρέμει: `Πες μου, αν ξέρεις· ήρθα πολύ νωρίς ή πολύ αργά; Είμαι ο πρώτος ή ο τελευταίος του είδους μου;`
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


