...Αφού τακτοποιηθήκαμε, στρατιώτες πια, πήγαμε για φαγητό. Η εμφάνισή μας ήταν άθλια. Του ενός του έπεφτε μεγάλο το παντελόνι, η περισκελίς που λέγανε, του άλλου μικρό το μπουφάν. Έγιναν βέβαια μεταξύ μας ορισμένες ανταλλαγές αλλά και πάλι... Οι μπερέδες ήταν τεράστιοι. Τους παρομοίαζαν με κάτι μεγάλες νάρκες και τους έλεγαν `Τελερμάιν`. Εμένα δεν με πολυένοιαζε. Σιγά. Μήπως θα πηγαίναμε στα καλλιστεία; Το μόνο που με ενδιέφερε ήταν οι αρβύλες. Να μου έρχονται καλά για να βαδίζω άνετα...
...Το μάθημα ήταν λύσιμο και επανασυναρμολόγηση του TOMSON, για πολλοστή φορά. Σηκώνει εμένα, παίρνω το όπλο στα χέρια μου και αρχίζω λέγοντας: `καταρχάς βγάζουμε την γεμιστήρα`. Κάποιος συνάδελφος από κάτω, ονόματι Πολυμενάκος, επηρεασμένος προφανώς από τις ελληνικούρες που χρησιμοποιούσαν ακόμη τότε στο στρατό, αορτήρ, γεμιστήρ, νιπτήρ κ.λ.π. εξαπολύει την κοτσάνα του `την γεμιστήρ ρε Κληρόπουλεεεεε`...
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


