«-Κι από το ρέμα του Ντάρμου δεν περνάγανε οι Δημαίοι. Ήτανε στοιχειωμένο, ακουγότανε καμπάνα το μεσημέρι. Γιατί φονέψανε το Ντάρμο εκεί. Με τις αραβίδες, οι μάυδες. Του πήρανε το κεφάλι αυτοί και το πήγανε στη Λουκού, στις καλόγριες. Ανοίξανε λάκκο στα καλογερικά μνήματα οι γερόντισσες και το χωματίσανε· στο γεφύρι κοντά, στα ψηλά κυπαρίσσια κατά το ρέμα. Το λιβανίζανε αυτό το μνημούρι σαράντα μέρες, οι χριστιανές. Και το λείψανο, κινήσανε οι Χαντακιώτισσες με τις τσάπες και πήγανε και το θάψανε αλειτούργητο. Ντάρμος, δημοδιδάσκαλος. Καταμεσήμερο στην ερημιά η καμπάνα που λες. -Άλλα, θυμάσαι; -Γιατί θέλεις να μάθεις; (. . .)»
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


