Η εργασία αυτή δεν έχει σκοπό να προσδιορίσει με δογματικό τρόπο την ανάγκη φυγής «προς το παρελθόν», προς ένα παρελθόν που έχει περάσει αμετάκλητα, ούτε έχει σκοπό ν’ απαρνηθεί τη σημερινή πραγματικότητα. Αυτά θα` ταν κάτι «εκτός τόπου και χρόνου». Σκοπεύει να διατυπώσει, να προσδιορίσει και να εξωτερικεύσει το αίσθημα κάθε Λευκαδίτη, που μένει στον τόπο του ή έξω απ’ αυτόν, για ό,τι έγινε από το 1947 και εδώθε με τόσην απερισκεψία και - γιατί όχι - με τόση απονιά, μέσα στο ρυμοτομικό πλέγμα της Αγίας Μαύρας, αλλά και για ό,τι γίνεται και θα γίνει (με μαθηματική ακρίβεια) στη θλιβερή «θέση» της «Αμπελώνας», που με τόση σαρκαστική διάθεση τη βαπτίσαμε εμείς οι ίδιοι οι αγιομαυρίτες «Νεάπολη», και που δεν είναι τίποτ’ άλλο από μια νεάπολη των Βανδάλων και των Οστρογότθων. Και σήμερα: έπειτα απ’ την ξέφρενη καταστροφική διαδρομή της τελευταίας τριακονταετίας, όλοι εμείς, θύτες και θύματα της τεχνολογίας, προσπαθούμε σπασμωδικά και πολλές φορές χωρίς σοβαρότητα και υπευθυνότητα, να τοποθετήσουμε κεραμωτές και σκεπαστές (γιατί όχι και τις ξεχασμένες ξεχυτές) στα κρύα και υγρά τσιμεντένια δώματα των πολυώροφων οικοδομών μας ή να σκαριάσομε ξύλινα τελέρια στους νικέλινους σκελετούς των παραθυριών μας και ψεύτικους μπρούντζους στα σεληνιακά μπαλκόνια μας, που μέχρι χτες ήταν στολισμένα με τα πλεξιγκλάς και τα φιμέ τζάμια. Και που, όλα αυτά, δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα κτερίσματα και οι επικήδειες τιμές «προς νεκρόν». Δεν είναι τίποτ’ άλλο «θέατρα σκιών», μια πραγματική εκδίκηση της λαϊκής παραδόσεως για όλους εκείνους που την αγνόησαν και την περιφρόνησαν.
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


