«Τακτοποίησε τις φωτογραφίες μέσα στο πορτοφόλι ο δάσκαλος και άγγιξε εκείνο το γράμμα που φυλούσε εκεί, δίπλα. Το τράβηξε προσεκτικά έξω, το άνοιξε και το έφερε μπροστά στα μάτια του χωρίς να διαβάσει. Τούτο το γράμμα είχε κερδίσει την ελευθερία του, είχε γίνει ον που ζούσε εκεί μέσα, στο πορτοφόλι, κι έκανε αισθητή την παρουσία του μόνο σαν αντικαθρέφτισμα των συναισθημάτων που είχε κάποτε προξενήσει και σ’ αυτήν που το έγραψε - ύστατο αντίο, με ωραία πλάγια γράμματα - και στο δάσκαλο που το διάβασε μόνο μια φορά και μετά το τσάκισε και το φύλαξε με σκοπό να το ξαναδιαβάσει, πράγμα που βέβαια δεν έκανε ποτέ».
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


