«Θυμάμαι ώς τώρα τα βράδια στο χωριό. Μαζευόμαστε στις αυλές να αποσπερίσουμε. Παιδιά, νέοι, γονείς, παππούδες γερόντοι. Συνήθως μιλούσαν οι γερόντοι, εμείς ακούγαμε. Λέγανε ιστορίες, μαλώνανε, κοροϊδεύανε, γελούσανε, και κάπου-κάπου λέγανε και καμιά σοφία. Όχι δεν ήταν σοφοί, ήταν άνθρωποι απλοί, γεμάτοι από τις εμπειρίες της ζωής. Και αυτό ακριβώς ήταν οι σοφίες: φράσεις μικρές μα τόσο μεγάλες επειδή κρύβανε μέσα τους όλη αυτή την πείρα της ζωής. Μερικές από αυτές με σημαδέψανε και γι` αυτό τις κατέγραψα. Για να μην τις ξεχνώ!».
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


