Κατηφόριζε στις 8:30 για την εκκλησία, την Καπνικαρέα, όψιμο μαρτιάτικο πρωινό. Θα πασχάλιζε σε λίγο καιρό.
Ο Κίμων ίσα που πρόλαβε να σκεφτεί τι τόπος ανεπανάληπτος, εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία κι ο Σωκράτης. Κι ως έψαχνε με τα μάτια του κάπου τον κορυφαίο που θα `λεγε `τι θεός, τι μη θεός και τι τ` ανάμεσό τους`, να την η `Ελένη`, καθισμένη σε μια πεζούλα. Μαύρα παπούτσια, άσπρη δερμάτινη καμπαρντίνα, ξανθιά, με γυαλιά. Ο σκελετός, βαθύ μοβ, σχήμα πεταλούδας. Επίμονα ένιωσε το βλέμμα της να τον τραβάει και γύρισε, όχι απλώς έχοντας την αίσθηση πως κάποιος τον κοίταζε, αλλά πως τον ακινητοποιούσε. Την άκουσε να μουρμουρίζει κάτι σαν `ψάχνω για τα τσιγάρα μου, έχεις καμιά ιδέα;` Σταμάτησε εκών άκων. [...]


