Πάλι χώρισα. . . Πάλι βγήκα στη γύρα, πάλι μπακούρι έμεινα στην πιάτσα, πάλι πρέπει να μοιράσω το χιλιοδιανεμημένο βιογραφικό μου· πώς με λένε, πού μένω, πού δουλεύω; Πάλι ξενύχτια, κάπνα, χαζομπάρ και πάρτι για να γνωρίσω ένα σωρό ακατάλληλους, να καψουρευτώ περισσότερο τον πρώην και να διαλέξω ανάμεσα στους τυφλούς το μονόφθαλμο, ώσπου να διαπιστώσω έπειτα από λίγο καιρό ότι έκανα άλλο λάθος. Χάθηκε ο κόσμος να κάνω κάποια τυχαία γνωριμία στο δρόμο, κολλημένη στην κίνηση, στη δουλειά, στο γυμναστήριο; Είναι ανάγκη να ζαρώσω, να γεμίσω μαύρους κύκλους, να γεράσω πριν από την ώρα μου και να υπνοβατώ όλη μέρα για να τον γνωρίσω; (. . .)
[Απόσπασμα από το κείμενο στο οπισθόφυλλο της έκδοσης]


