«Γεννήθηκα στη Σάμο. Ένα νησί ριγμένο κοντά στην ξηρά της Μικράς Ασίας. Είναι μεγάλο κι όμορφο. Κατάφυτο από δάση, θάμνους, διάφορα αρωματικά χόρτα και φυτά, που συχνά χρησιμοποιούνται για αφέψημα ή φάρμακα. Είναι η Σάμος ένα από τα τέσσερα διαμάντια του Βορειανατολικού Αιγαίου, τα οποία αποτελούν ένα σύμπλεγμα νησιών κοντά στη Μικρασία: Σάμος - Χίος - Μυτιλήνη - Λήμνος. Γεννήθηκα - μεγάλωσα εκεί, άλλοτε έμενα κοντά στον παππού μου, στο Καρλόβασι· από τα μπροστινά παράθυρα του σπιτιού μας, στη Λέκα, έβλεπα τη θάλασσα, άλλοτε γαλήνια, άλλοτε αγριεμένη να σπάει το κύμα στους βράχους και να γεμίζει αφρούς την επιφάνεια. Τότε φοβόμουν και τραβιόμουν από το παράθυρο, λες και θα μ` έφτανε εκεί όπου ήμουν. Άλλοτε πάλι, σαν ήμουν στο Καρλόβασι, κρατώντας με από το χέρι ο παππούς μου, πλησιάζαμε κοντά να τη δούμε, όταν ήταν ήσυχη, γαλανή, αξιαγάπητη. Μ` άφηνε να παίζω και να κάνω ψωμάκια, πετώντας πλαγιαστά μικρές πετρούλες. Τις πετούσα μ` όση δύναμη είχα, κι αυτές χοροπηδούσαν πάνω στην ήσυχη θαλασσινή επιφάνεια. Γελούσα, χτυπούσα τα χέρια μου με το κατόρθωμά μου. Μα σαν ήταν θυμωμένη η θάλασσα, δεν πλησιάζαμε. Φεύγαμε γρήγορα, λέοντάς μου ο παππούς: `Πάμε, παιδί μου, ν` ανάψουμε το καντήλι στην Παναγίτσα να βοηθήσει αυτούς που ταξιδεύουν!`. Τον ακολουθούσα πρόθυμα, και γυρίζαμε στο σπίτι να κάνουμε τη μικρή μας παράκληση στην Παναγία. Αυτό γινότανε συχνά, και κάθε φορά με μάγευε και πιο πολύ η λέξη `θάλασσα`, το Αιγαίο μας».
[Απόσπασμα από κείμενο παρουσίασης εκδότη ή έκδοσης]


