-Είμαι η γυναίκα σου, του είπε πάλι γλυκά και ναζιάρικα.
-Γυναίκα μου είναι η Βαγγελιώ, της απάντησε, κι αυτό δεν αλλάζει.
Σηκώθηκε αμέσως κι άρχισε να ντύνεται. Πώς κι έγινε αυτό; Αυτός δεν ήθελε μπλεξίματα. Ούτε κουβέντες στο χωριό κι ούτε φασαρίες. Και προπάντων, δεν ήθελε να μαθευτεί. Το Συριδογιώργη, τον πατέρα του σκεφτότανε. Πώς θα τον αντίκριζε; Και το Γερονογιάννη; Και την κακομοίρα τη Βαγγελιώ;
-Μην είσαι τρελός, του είπε. Έλα, κάθισε να κουβεντιάσουμε. Αυτό που έγινε, έγινε γιατί το ήθελα εγώ. Κατά βάθος το ήθελες κι εσύ. Τίποτα δε θ` αλλάξει. Και κανείς δε θα μάθει τίποτα. Ούτε στο σπίτι σου, ούτε στο χωριό. Το μυστικό μας θα είναι. Εγώ σ` αγαπώ, η γυναίκα σου θα είμαι. Μ` αγαπάς κι εσύ λίγο;
-Κι οι άλλοι; Κι η Βαγγελιώ;


