Η πόλη πέφτει για ύπνο
σκεπάζεται με τη μοβ κουβέρτα του ουρανού
Τα φώτα κρύβονται θλιμμένα
το ένα μετά το άλλο
εκτός από εκείνα που δε σβήνουν ποτέ
και τούτα μεταβάλλουν το φυσικό χρώμα
της κουβέρτας
Η τύχη κολυμπά όπως πάντα στη λίμνη της
απέραντη σαν τον κόσμο ολόκληρο
Τα αστέρια δεσπόζουν στον σκούρο ουρανό
σαν πιτσιλιές σε ζωγραφιά
ή σαν τις φυσαλίδες
που βγαίνουν απ` το στόμα της τύχης
Είναι μια γυναίκα γοητευτική
και γυμνασμένη απ` το κολύμπι της
Ανοίγει τα μάτια όταν βρίσκεται κάτω απ` το νερό
παρατηρεί τον πυθμένα
την κοιμισμένη πόλη
Το βρίσκει χαριτωμένο να μπερδεύουν οι άνθρωποι
τις φούσκες με τ` αστέρια
και το γαλάζιο ή σκούρο μαύρο χρώμα της λίμνης
με εκείνο τ` ουρανού
Η μορφή της τύχης κάνει μακροβούτια
άλλες φορές ξαποσταίνει και κοιτάζει
καταριέται ή ευλογεί μ` ένα της άγγισμα
Μοιάζει ακίνητη και μεγαλοπρεπής
όταν με περίσσια χάρη φέρνει τα χέρια της πίσω
τεντώνει το λαιμό της και λυγίζει το κορμί της
καθώς αιωρείται στον ουρανό
και φτύνει αστέρια


